Translate

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: ''Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΑΫΛΟ''

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: ''Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΑΫΛΟ''

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: ''Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΑΫΛΟ''

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΆΥΛΟ

       περίπου εγκληματολογική ιστορία∙ άθλος της Πεπέ Όλι

                                                       2006





Κατερίνα Ν. Θεοφίλη:
«Η Πεπέ παντρεύεται τον Αρχισυντάκτη Άυλο»
συγγραφή 2006 - α’ έκδοση 2009
Ζωγραφική:Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
Έκδοση Εκτός Εμπορίου: Αλεξίσφαιρο



Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΆΥΛΟ


Κύρια πρόσωπα του εγκλήματος:

Πεπέ Όλι = Η εύθυμη, ανατρεπτική, εγκληματολογική συντάκτις της χρεωκοπημένης εφημερίδας: «Τελευταία Βοήθεια». Θεωρεί ότι «Οι έξυπνοι άνθρωποι μόνο βλακίες κάνουν» και «Είναι γενναίος κάποιος όχι επειδή μπαίνει στην φωτιά, μα γιατί μπορεί κι αντέχει την κρύα της στάχτη». Ψηλή, γεροδεμένη, υπερκινητική, γαιώδους αποχρώσεως και με έμφυτη τάση στις γκριμάτσες. Ντύνεται λιτά, απεχθάνεται τα κοσμήματα, φορά στο πλάι μαύρο μπερέ. Προέρχεται από γένος βασιλικό∙ απευθείας από την Ρωμαιοβυζαντινή αυτοκρατορία· του πρώτου ρωμαιοβυζαντινού Βασιλέα Μιχαήλ Θεοφύλακτου∙ πιστέψτε-το!
Αρχισυντάκτης Άυλος = Αρχισυντάκτης των άυλων δεδομένων της εφημερίδας «Τελευταία Βοήθεια». Ο εμπνευσμένος Σεβάχ Θαλασσινός της εγκληματονομικής περιπέτειας!  Γενναίος, ευφυής, ομιλητικός, εύθυμος,  γαλαντόμος, γλυκόφατσος με μακρυβλέφαρο πυρακτωμένο βλέμμα, ψηλός κατά ήθος, κοντός κατά μέτρο, αθλητικός κατά σκέψη, πλήρης σε ψαχνωτά γερά καπούλια∙ κάτι σαν Δρομέας του κάτω κόσμου... 
Πιοπό Όλι = Καταραμένος απ’ τους Θεούς να έχει αδελφή του την Πεπέ, χάριν της οποίας κι ενός απαθούς γαϊδάρου, μπήκε στο Πάνθεον των Μεγάλων Ανδρών...
Κάθυ Αθέου = Τραγική συγγραφέας∙ έμοιαζε σαν μόνο μια λωρίδα από πένθιμο φως... Ισχυριζόταν ότι:   «Η τέχνη δεν είναι εκτονωτικό παραλήρημα, είναι γνώση!»
Πολιτικά Τέρατα = Ιδεολογικοί αντιπρόσωποι πολιτικών κομμάτων που μπορείς να τους φτύνεις άμα τους πληρώνεις...
Μεταναστευτικές μπατανόβουρσες = ... που όμως δεν έβαψαν.

Στην εξέλιξη του εγκλήματος βοήθησαν:

Πανθεορόλος = Χαμογελοεπισκευαστής...
Γάντι Ζαλ Όλι = Φινετσάτη θεία της Πεπέ, με πρόσωπο σαν θειάφι και σουλούπι σαν γάντι. Ισχυρά και εμπνευσμένη προσωπικότης∙ εθελόντρια κοινωνική λειτουργός με καπελλάκι μαύρο και μπαστούνι με χρυσή λαβή.
Νολίτος Ζαλ Όλι = Πρωτοξάδελφος της Πεπέ. Αγγειοχειρουργός∙ είχε εντοπίσει μια αγγειοαναπλαστική ουσία κι η Πεπέ ως μεγαλόνους είχε την έμπνευση να τοποθετηθεί επαρκώς σε μια προεκτατική ιδέα της: Ότι ήταν δυνατόν  αυτή η αναπλαστική ουσία των αγγείων να φθάσει στα αγγεία μέσω του νευρικού συστήματος. Όταν η διατριβή τους ολοκληρώθηκε, ο Νολίτος Ζαλ Όλι την κατέστρεψε ισχυριζόμενος πως: «Κάθε σοβαρότητα που απευθύνεται στον γελοίο κόσμο καταντά γελοιότητα!»
Κόρον Σκώρος = Ο κατά συρροήν δολοφόνος της απανταχού διανόησης. Σκωρογεννής εκδότης∙ φρικαλέος εκμεταλλευτής του Νιτσεϊκού πνεύματος της συγγραφέως  Κάθυ Αθέου.
Οράτιος Αγελάδης =   Ο γνωστός άθλιος της ζωής της Πεπέ. Τσιγκούνης και σκορδόχνοτος.
Επιστήμη Όλι = Μάννα της Πεπέ. Κομμουνίστρια. Στα πλαίσια της μητρικής στοργής καταριόταν την Πεπέ: «Μαύρη ώρα να σ’ εύρει»∙ τι μονοχρωμία!
Κων Καν = Λογοτέχνης και φιλόλογος. Ευτύχησε να είναι λυκειάρχης της Πεπέ.



Το ευτυχές τέλος δεν σε πάει πουθενά... είναι τέλος!∙
τελματώνεις το μυαλό σου στην ευτυχία.
Ενώ η θλίψη..;! Α, η θλίψη, έχει πάντα τις προοπτικές της..!


Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΆΥΛΟ

Το γαλάζιο τερατόσκυλο και το μωβ αλεπουδόγατο συνομιλούσαν στον εγκέφαλο της μαντάμ Πεπέ Όλι και η ίδια υπερθαύμαζε τα κινούμενα σχέδια τής εύθυμης ταρταρικής της σκέψης. Όταν δεν είχε να επιλύσει κάποιο έγκλημα της προκοπής, επιστράτευε τον μικρόκοσμο των κινουμένων σχεδίων τής μπερδεμένης φαιάς ουσίας της και κατασκεύαζε ένα δολοφονικό σενάριο στο άψε-σβήσε που δεν ήταν απαραίτητο να’χει και... δολοφόνο μολονότι, έβλεπε παντού πτώματα! Εξάλλου, διακήρυττε, πως οι δολοφόνοι έχουν την σπάνια ικανότητα να εξυαλώνονται, έτσι που δεν μπορεί κανείς να τους εντοπίσει δια γυμνού οφθαλμού, ενώ τα πτώματα αποκαλύπτουν την ύλη τους ακόμα και στο τελικό στάδιο σήψης.
Πάνω στο παραθυρότζαμο, κτύπησε μια χοντρή μπίλια από βρώμικο της πολιτείας χαλάζι, κι η Πεπέ αποσπάστηκε απ’τις εγκληματολογικά μεγαλειώδεις σκέψεις της...
12 και κάτι, νυχτερινή ώρα ούτε ευγενείς δράκοι, ούτε τραγανομύτες μάγισσες, ούτε μαδημένα ιπτάμενα σκουπόξυλα... Κι όμως, το σκοτωμένο παραμύθι του κόσμου, άπλωνε το άλειωτό του πτώμα στο φέρετρο της νύχτας και φλυαρούσε τις ασαφείς αφηγήσεις του ακόμα...
Το στόμα της Πεπέ, φερετζέ δεν είχε διάβαζε μεγαλόφωνα τα σημεία των καιρών στις καρδιές των μικροσκοπικών αντι-ηρώων μιας καθόλα υποτονικής -παρά τους συγκρουόμενους θορύβους της- καθημερινότητας το τεράστιο αυτό λεωφορείο που τσάκιζε καθεκάστην τους επιβάτες του στο γκρεμό των ψευδαισθήσεων...
Η αλαζονικά ειρωνική συντάκτις, μόρφασε αποδοκιμαστικά και σιγοψιθύρισε στο χαλάζι:
― « Όσο κι αν κτυπάς σαν απεγνωσμένος επισκέπτης τα τζάμια των ανθρώπων, δεν θα τους χαλάσεις τον ύπνο τους θα ξυπνήσουν μια και καλή, στα δευτερόλεπτα του θανάτου τους...» έβγαλε κι ένα - δύο «χικ - χικ»· απεριποίητα γελάκια κι επανήλθε στην αφύσικα φυσική της κατάσταση.
Η θολή φωτογραφία του διανοητικού διαχειριστή Αρχισυντάκτη Άυλου, ευτυχούσε πάνω στον λερό ηλεκτρονικό υπολογιστή το μακρυβλέφαρο σαρακινό του βλέμμα έλυνε πάλι τα κυρόσχοινα των κάβων, τραβούσαν πάλι άγκυρες κι η φαντασία τής Πεπέ άνοιγε για ένα νέο ουτοπιστικό, μα ασφαλώς εγκληματικό, ταξίδι...
Πάραυτα, θεώρησε πως έπρεπε να ανταποκριθεί στην ιδικού βάρους Αρχισυντακτική ευδαιμονία κι αποφάσισε να χαμογελάσει ω θρήνος! Η νικοτήνη ήταν εκεί στον οδοντικό της σμάλτο, κιτρινοπαθής νευρική κι ασχημονούσα. Έκλεισε το στόμα της με την παλάμη και αποφάσισε πως αύριο κι όλας θα επισκεπτόνταν τον μποέμ της οδοντικής τέχνης Πανθεορόλο, του οποίου οι καλλιτεχνικές ανησυχίες ήταν αναμφισβήτητες..... συμπεριλαμβανομένων οδόντων, επίπλων και ζωγραφικών τελάρων. Ο εν λόγω χαμογελοεπισκευαστής, ήτο ένθερμος αναγνώστης των συγγραμμάτων της Κάθυ Αθέου κι ασφαλώς στην λίστα των ιδεολογικών εκτιμήσεων της Πεπέ Όλι αν και εξαιρετικά μειλίχιος, πράγμα μερικώς δυσάρεστο για εκείνη την κεραυνοκρατούσα, που όπου καυγάς και μέσα. Παρά αυτό το μικρό ελάττωμα της νηφαλιότητάς του,  είχε αναβαθμισμένα προσόντα όπως: τα πάντα κομψά αστεία του και βεβαίως την σαφή τάση του να περιφρονεί το χρήμα αυτό το τελευταίο ήταν ανέκαθεν σήμα κατατεθέν για τις συναισθηματικές εξάρσεις της Πεπέ η οποία και ως υπήκοος του Νίτσε*, ισχυριζόταν ομοίως, πως «Ο τσιγκούνης στα χρήματα είναι τσιγκούνης και στα συναισθήματα», διότι, ως φαίνεται, τόσο ο Νίτσε, όσο κι η Πεπέ, είχαν εντοπίσει την γέννηση κάθε ιδέας μέσα στην ύλη, έτσι ώστε να μην θεωρούν την όποια ιδέα αδέσμευτη της υλικής της υπόστασης. Φθάνει καταλάβαμε...
Η φιλοσοφικά φιλοσκώμμων συντάκτις, είχε λοιπόν το προνόμιο να κερδίζει δωρεάν δόντια αστραφτερά που φαρδαίνουν τα ευκαιριακά χαμόγελα της ζώσας περιπλάνησης, αλλά δεν καταδεχόταν! Μάλιστα! δεν χρησιμοποίησε ποτέ τους φίλους της και προτιμούσε να μείνει με σκέτα τα ούλα, παρά να μοιάσει στους τσαμπατζήδες.  Απ’την άλλη, η τραγική κατάσταση της τσέπης της, απαιτούσε κάποιες ιδεολογικές υποχωρήσεις που όμως δεν έκανε, μακάρι τί να γύριζε το σύμπαν τα ανάσκελα! Το εκπληκτικό είναι πως ενώ δεν υποχωρούσε ιδεολογικώς, ταυτοχρόνως δεν είχε και καμμιά ιδεολογία ως φράξια συμπεριφοράς! Μυστήρια πράγματα - όσο να πεις...
Σ’αυτό το διχαστικό - γοητείας και τσέπης - η Πεπέ συρρικνώθηκε μπροστά στην φωτογραφία του διανοητικού διαχειριστή Αρχισυντάκτη Άυλου, ο οποίος και έδειχνε ακμάζουσα αταραξία για την νικοτινιασμένη οδοντοστοιχία τής τραγελαφικά τραγικής εγκληματονομικής μας συντάκτριας την αγαπούσε ούτως και αλλέως, κι ας έχανε κι όλα της τα δόντια, που λέει ο λόγος... Ήταν σαφές πως η εσωβριθής αυτή λατρεία τους, θα κρατούσε στους αιώνες των αιώνων, χωρίς να χρειάζεται το αμήν...  δηλαδή, ήταν ζήτημα επιλογής κι άρα όχι μοίρας, όχι ευχών και συμπτώσεων. Η Πεπέ ήταν δύσκολος άνθρωπος δεν αγαπούσε άκριτα και πρόχειρα και για να ερωτευτεί έπρεπε να βρει τον εξωγήινό της και τον βρήκε! ο Αρχισυντάκτης Άυλος ήταν μια εξαιρετικά χαρισματική προσωπικότητα! εύστροφος, ανδροπρεπής, με εικαστική εύθυμη αντίληψη και ψυχή νευρώδη – και λίγα λέμε! 

Η χαλαζόπληκτη νύχτα ήταν σταθερά στον χρόνο της κι ο Ένγκαρντ Άλλαν Πόε γύρισε μία σελίδα απ’ τον «άνθρωπο του πλήθους»* μέσα στο μυαλό της μυαλό η Πεπέ;!... τέλος πάντων...
Ο Πόε, εύστοχα μελετώντας το πλήθος, το χώρισε σε κατηγορίες συμπεριφορών και για μια εξ αυτών διευκρίνιζε στο διήγημά του: «...Προσπαθούν να δείχνουν ευυπόληπτοι, αν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί κανείς το ρήμα προσπαθώ όταν πρόκειται για την αρχοντική εικόνα του».
Η Πεπέ στην αράδα του Πόε, πάραυτα εντόπισε άλλη μία καθοριστική ουσία της υπαρξιακής ύλης του Αρχισυντάκτη «της» δεν προσπαθούσε για την αρχοντική εικόνα του και θα ήταν αρχοντική έστω κι αν την επαύριον μια αλλαγή συνθήκης τον υποχρέωνε να κοιμάται σε άστεγα χαρτόνια! Στην διαπίστωση, χειροκρότησε! Άντε πάλι με τον Άυλο θα καλοπεράσουμε εμείς οι βιογράφοι που κοπιαστικά δεινοπαθούμε να συμμαζέψουμε όνειρα και πραγματικότητες του βίου της Πεπέ ώστε να μην χρεωθούμε ιστορικώς την παραμικρά μεροληψία.
Κατά Πεπέ, ο Αρχισυντάκτης Άυλος διέθετε μεγαλοψυχία που εμπλουτίζει το συνολάκι μιας «αρχοντικής εικόνας» λόγου χάρη: δεν γελά χλευαστικά με κανέναν άνθρωπο που παρουσιάζει δόση διανοητικής στέρησης, ή φωνητικό ή και εμφανισιακό ελάττωμα, αλλά μπορεί να τους περιγράψει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να αποδείξει πλαγίως πλην σαφώς πως για τα κακά τους χάλια δεν ευθύνεται η φύση αλλά η κοινωνική καταπίεση και το αρχέγονο ένστικτο, δεν ξέρουμε ποιού, του τάδε ίσως ή δείνα ελέφαντα! Κι αν θέλουμε να πούμε κι άλλα υπέρ του, που όλα τα είχε εντοπίσει ο έρως της Πεπέ, ούου, ξετρυπώνουμε χίλια τόσα χαρίσματαπαράδειγμα (όχι προς αποφυγήν): διαθέττει διανοητικά εικαστική ακουστικήούτως ειπείν:  δολοπλοκούν ήχοι με σχήματα στον εγκέφαλό του και ο ανασχηματισμός των εικόνων είναι πράγματι ανατρεπτικά ευφυής. Στο κομψών γραμμών στόμα του, πολλές περιγραφές, φιλοσοφικές και εύστοχες λαμβάνουν χώρα με κάποτε επαναστατικά λάβαρα και κάποτε μακροντυμένες ηρεμίες φωτογραφίζει άπαντες τους μικροήρωες του ευγενούς -λέμε τώρα- πλήθους! Έλα, μη χειρότερα! Λες και το κάθε ιδεολογικό κελί που είδε, έγινε τούρκικο κονάκι στο μυαλό του όπου χανούμια αφηγούνται στο σταυροκαθισμένο πασά, ταξιδιάρικα παραμύθια. Ο Αρχισυντάκτης μας, ήταν ο εμπνευσμένος Σεβάχ Θαλασσινός στην ξηρά του κόσμου!
Να πούμε κι άλλα; Ε, ας πούμε: Η προκλητικότητά του, δεν είναι προς δημιουργία εντυπώσεων είναι ενσωματωμένη με το άναρχο ενδότερο υλικό του. Λίγο το’χεις αυτό; Ύστερα, δες τον πόση υπόγεια συμπόνια τον τρεβελίζει... Ναι, μάλιστα! Πρόκειται περί συμπόνιας! Κάτι σημαίνει αυτό μην το παίρνετε αψήφιστα είδατε πόσο παρηγορητικά φέρεται σε κάτι παρακμιακές φάτσες απλανούς κι εντελώς αποβλακωμένου ύφους;! Θαυμαστό, αλλά καταφέρνει να τους κάνει να νιώσουν κάποιοι, να τους υποβάλει πως έχουν μια δόση αξίας, ένα τάλαντο που αν το δει κανείς πάνω τους να’λθει να μας φτύσει!... αλλά σημασία έχει πως αυτοί οι ίδιοι πείθονται πως το έχουν το κάτι τις καλό τους, κι αυτό το κατόρθωμα είναι του Αρχισυντάκτη Άυλου! ξέρει να ανυψώνει τους ανθρώπους! Το λέμε! Μ’όλο που όλα αυτά τα ανυψωτικά και τακοινωνικά χαρίσματα τα θεωρεί ανοησίες, ξέρει πόσο εξουσιαστικά δρουν στην απαίδευτη όσο κι ανόητη ψυχολογία των άλλων, γι’αυτό συμπονεί τους ετοιμόρροπους εγκεφάλους, διακριτικά τροφοδοτώντας τους αυτοπεποίθηση. Στο σημείο αυτό η Πεπέ Όλι παραμένει αμετακίνητη στην άπονη θέση της που λέει: «Όποιος έχει χάλια να μάθει να ζει με αυτά δεν θα προσπαθήσω ποτέ να πείσω κάποιον για μια αξία που δεν έχει, μόνο και μόνο για να του κάνω ψυχοθεραπεία! Τελεία και παύλα!». Ο Αρχισυντάκτης όμως, θεωρεί πως κάθε παράγωγο της ψυχής ενός ανθρώπου είναι αξιοσέβαστο κι ως εκ τούτου δικαιούται να υπάρχει και μάλιστα χωρίς κανείς να δικαιούται να το επικρίνει. «Τι μας λες καλέ;! Όχι απλώς επίκριση, αλλά πολτοποίηση! Διπλοπερασμένος κιμάς!» λέει η Πεπέ στην άλλη άκρη της ευθείας γιατί, να το πούμε, πρέπει: Μοιράζονται την ίδια ευθεία και μάλιστα, όποτε τους κάνει κέφι, αλλάζουν μεταξύ τους άκρες, όπως οι παίχτες στα ημίχρονα αλλάζουν την πάνω και κάτω πλευρά του γηπέδου!
Πόσες φορές δεν είδαμε τον Αρχισυντάκτη να δικαιολογεί ένα άθλιο μυαλό  και πόσες πάλι δεν τον είδαμε να φρικάρει και να τα κάνει γης μαδιάμ για ένα τόσοδά νοηματάκι που δεν ειπώθηκε σωστά; Α, ότι μοιάζουν οι δυό τους δεν χωρά αμφιβολία και παρά τις επιδερμικές διαφορές τους, η ευθεία που μοιράζονται είναι η γενναιότητα της άποψής τους και κυρίως όταν είναι η οργανική εκείνη στιγμή που δρα στο κεφάλι τους η παρορμητική ορμόνη, ε, τότε δεν κρατιούνται καλλίτερα να βρεθείς σε πεδίο μαχών κινδυνεύεις ολιγότερο. Μια μόνη, ίσως, ουσιαστική διαφορά τους, μπορούμε να επισημάνουμε: το ότι η Πεπέ συχνά αρέσκεται σε ένα ψυχοβγαλμό, κάτι σαν το μαρτύριο της σταγόνας έχει εκπαιδεύσει το νευρικό της σύστημα σε γιγάντιες αιφνίδιες εκρήξεις, που κανείς δεν περιμένει, γιατί όλον τον υπόλοιπο καιρό είναι τέρας αυτοπειθαρχίας και αυτοεγκλεισμού στο αλαζονικό εγώ της και χειρίζεται τους γύρω της με σαρκασμό, εμπαιχτικότητα και προκλητική απαθή υπονοητικότητα. Εν αντιθέσει ο γλυκύτατος αν και τραχύς Αρχισυντάκτης Άυλος, δεν συσσωρεύει ενέργεια βίας μέσα του για μια κι έξω καταστρεπτική έκρηξη, παρά εκδηλώνει αυθορμήτως κάθε τρεις και λίγο την δυσφορία του για τα όποια κακώς κείμενα με τρόπο υπεύθυνο, εύθυμο ή θυμωμένο, αλλά πάντα σαφή, τίμιο και διεξοδικό. Δεν ξέρει από μισόλογα, από στρατηγικές, από υπονοούμενες ξεθεμελιώσεις. Αυτή η απέναντι απ’την Πεπέ συμπεριφορά του, είναι στην πραγματικότητα το αντικαθρέφτισμα του κρυφού, πολύ κρυφού, καλού εαυτού της, γι’αυτό κι ελόγου της  μόνον σ’αυτόν τον Άυλο καθρέφτη αρέσκεται να κοιτάζεται και να θυμάται την τρυφερή ερωτική της υπόσταση την οποίαν ξέχασε προς χάριν της αφοσίωσής της στο έγκλημα, στο απανταχού έγκλημα!
Ο Αρχισυντάκτης Άυλος ήταν για την Πεπέ ένα πολυσύνθετο άναρχο διανοητικό υλικό που κανείς δεν κατάφερε να το δολοφονήσει ακόμα! 
Όχι,ποιός θα αρνηθεί πως είναι ο Αρχισυντάκτης Άυλος μια διάσταση του Πόε κι επι πλέον ένας σύγχρονος Αλεξάντερ Πούσκιν* ;!
Ε, αφού ο Πόε ανταπεξήλθε στους διανοητικούς συνειρμούς της Πεπέ, τους απόλυτα, εννοείται, εξαρτημένους απ’ τον Αρχισυντάκτη Άυλο, ανέλαβε διανοητικά καθήκοντα κι ο Αλεξάντερ Πούσκιν, ο οποίος θα κατέθετε, με την σειρά του κι αυτός, άποψη περί του Αρχισυντάκτη- βεβαίως.
Κατά Πεπέ, όλοι οι φιλοσοφικολογοτεχνικοί δρόμοι οδηγούσαν στον Αρχισυντάκτη ας μην σχολιάσουμε.
Εδώ που τα λέμε, μεταξύ μας, κι εμείς οι αδαείς βιογράφοι, τείνουμε να συμφωνήσουμε πως ο Αρχισυντάκτης Άυλος είναι ένας σύγχρονος Αλεξάντερ Πούσκιν οι ομοιότητες πολλές ποιος θα μπορούσε να το αρνηθεί δηλαδή; Διότι, και να’μαστε ακριβοδίκαιοι, ο Αρχισυντάκτης μπλέχτηκε στα γρανάζια της συγγραφοεκδοτικής αυλής, ομοίως όπως ο Πούσκιν στης Τσαρικής αυλής, και ο Αρχισυντάκτης μας, δεν μπορεί, όπως απαιτεί ο τέτοιος ρόλος, να γίνει τσιράκι· καταδεκτικό, μουγκό κι υποτελές ανθρωπάριο - ομοίως όπως ο Πούσκιν. Και ταυτοχρόνως, όπως ο Πούσκιν -λέμε και τονίζουμε - επιδιώκει την οικονομική του ανεξαρτησία, πράγμα πολύ αντιφατικό, αν σκεφτούμε πως η αυλή είναι αυλή κι έχει τους κανόνες της. Τί θα απογίνει ο σύγχρονός μας Πούσκιν που ακούει στο όνομα Αρχισυντάκτης Άυλος; Αυτό είναι το βασανιστικό ερώτημα της Πεπέ. Ας ελπίσουμε πως ο Άυλος μας δεν θα φάει την νεκρική μπιστολία... Θέλουμε να πιστεύουμε πως ελόγου του δεν χάνει λάδια ευφυίας που,  με το συμπάθειο κιόλας, έχανε ο Πούσκιν διότι κύριε Πούσκιν μας, τί τους ήθελες τους τσαμπουκάδες; τί τις ήθελες τις ευθιξίες μιας κι επέλεξες να κινηθείς σε ένα χώρο τόσο θιγμένο; .. Ε, πάρε την μπιστολιά σου και πάλι καλά να λες, που σε αφήσανε να γραφτείς στην λογοτεχνική ιστορία, γιατί θα μπορούσαν να σε έχουν κάνει χαρτοπόλεμο στους αιώνες των αιώνων... Μην είσαι κι αχάριστος καλά τα πήγες ως ένδοξος νεκρός.
Η Πεπέ λάτρευε το στυλάκι  Πούσκιν αλλά είχε και τις αντιρρήσεις της, και μάλιστα έντονες. Θεωρούσε ανεξήγητη εγκεφαλική ολιγωρία από μέρους του Πούσκιν το να γίνεται κερασφόρος κι αντί να γράψει την γυναίκα του στους ποιητικούς όρχεις του, στράφηκε κατά εραστών κι άρχισε μονομαχίες.. Το’λεγε, ορθώς, η Πεπέ:
― «Οι έξυπνοι άνθρωποι μόνο βλακίες κάνουν»!
Και γιατί; Το εξηγούσε:
―  «Διότι η δειλία είναι παράγωγο κοινωνικά εξαρτημένου εγκεφάλου και μην μου πείτε περί ενστικτώδους άμυνας κουβέντα! διότι -και προσέχτε τί θα πω- το ένστικτο προς την τόλμη οδηγεί, ει’δ’άλλως πώς θα κυνηγούσαν λιοντάρια οι σπηλαιάνθρωποι; Α, βέβαια! Άρα; Οι αποχαυνωμένοι κοινωνικά τί άλλο είναι, παρά ανόητοι; Το’ξερα πως συμφωνείτε! Οι ανόητοι το λοιπόν, είναι δειλοί κι ως δειλοί φοβούνται, κι ο φόβος τούς προστατεύει· τους εμποδίζει να αποτολμήσουν βλακίες, διότι οι βλακίες έχουν ρίσκο... Συνεπώς; .... Ε, συνεπώς, βλακίες κάνουν μόνον οι έξυπνοι...» ανατριχιαστικά ανακυκλωτική θεωρία, πρέπει να παραδεχθούμε!

Η νύχτα ρολάριζε και το χαλάζι κρόουν-κρόουν εξακολουθούσε στο τζάμι. Η Πεπέ αγκάλιασε χουχουλιαστά τον Αρχισυντάκτη της, τον καλοσκέπασε ως το κεφάλι διότι είχε πέσει και μια κάποια ψύχρα του άφησε ίσα - ίσα το στόμα και τα μάτια εκτός παπλώματος και του μουρμούρισε:
― «Πότε θα αποφυλακισθούμε απ’τον κόσμο...; Απ’την ψευδαίσθηση, απ’την ουτοπία πότε θα αποφυλακισθούμε;...»
Η οπτασία του Αρχισυντάκτη Άυλου δεν ήταν μάλλον διαθέσιμη για κουβέντες κι η Πεπέ κούνησε το κεφάλι της μοιρολατρικά σαν να κατάπιε το πεπρωμένο σχήμα του χρόνου
― «Είσαι γενναίος όχι γιατί μπήκες στην φωτιά, μα γιατί μπορείς κι αντέχεις την κρύα της στάχτη... Χμ..»
Σαν να ακούσαμε τώρα τον Αρχισυντάκτη να διαμαρτύρεται:
― «Άσεμε να κοιμηθώ Πεπέ... Γιατί σ’αρέσει πάντα όλα να τα αναλύεις;..» και μουγκάνισε πάλι με εκείνο το περίεργο φωνητικό του:  «Ωωωφφφ» κάπως έτσι... δεν μπορούμε να το πιάσουμε καλά.
Η Πεπέ στραβoμουτσούνιασε για δευτερόλεπτα κι ύστερα συμβιβάστηκε με τις αξιώσεις του καλού φαντάσματος
― «Εντάξει Αρχισυντάκτα μου κοιμήσου...! Κοιμήσου γλυκέ μου....κοιμήσου... Να, ένα παραμύθι μια φορά απ' τις πολλές φορές που σβηνογράφει ο χρόνος, ήταν... α, ήταν ένα γυαλιστερό ψηλόσωμο βελόνι, που αγαπούσε ένα κομψό λευκό δάχτυλο......»
Και στο άψε-σβήσε σκάρωσε ένα παραμύθι, όπου το βελόνι βαπτίσθηκε Αρχισυντάκτης και τρύπησε το δάχτυλο κι η σταγόνα αίμα ερωτεύτηκε το βελόνι... Κι ύστερα, δεν ξέρουμε πώς, η φαντασία της Πεπέ τα κατάφερε να κάνει το βελόνι αχτίδα φεγγαριού και την αιματοσταγόνα να την κάνει σκάφανδρο που βεβαίως έκανε διαστημικές πτήσεις. Το παραμύθι νανούρισε το φάντασμα του Αρχισυντάκτη, κατά πως ήθελε το έρημο κάστρο της καρδιάς της Πεπέ... Όλα μειλίχια, ακόμα και το κλάμα του αγέρα...
Κι εν όσω το φάντασμα του Αρχισυντάκτη Άυλου μάζευε όνειρα τρύπιων κι αδικαιολόγητων καιρών, η Πεπέ, σιγά, πολύ σιγά, μη το ξυπνήσει,  επέστρεψε στο συγγραφικό της πόστο το άβολο τραπέζι με την πολυκαμένη φορμάικα, να συνεχίσει την δουλειά της σκέψης ουδέν έγκλημα προς έρευνα κι ως εκ τούτου υπήρχε διαθέσιμος χρόνος για αερολογίες τί να έγραφε; α, μπορούσε να γράψει επιστολές, ανεπίδοτες φυσικά, στον Άυλό «της» ξεκίνησε:

«Αρχισυντάκτα,  τα πληροφορήθηκα με το νι και με το σίγμα τα  καμώματά σου παλιορεζίλι! Φτού σου ρε! Να μου κοιτάς την πάσα μία ξετσίπωτη βλάχα να σου χορεύει ζεϊμπεκιές πάνω σε ραχούλες;! Ξαναμανά φτού σου! Χάθηκε δηλαδή ένα ο γέρο δήμος πέθανε – ο γέρο δήμος πάει..*;∙ μου’θελες και αργιλέδες! Μην σχολιάσω για γιδότυρα και κρασοκούπες! Και δώστου παλαμοκρουσίες και τριφασικά χαμόγελα – ου να μου χαθείς! Α, μα για έλα στα "ίσα" σου! Πρόσεξε μεσιέ δεν θα ανεχθώ "κέρατο" και μάλιστα βουνίσιο! Μη με προκαλείς τώρα δα θα σου πετάξω την πρόταση γάμου στα μούτρα και θα σε αφήσω μπουκάλα ξέρε-το δεν σε παντρεύομαι υπό αυτάς τας συνθήκας! Μ’έχεις ακούσει εμένα ρε να τραγουδάω της Άννας Καραμπεσίνη* το άσμα ασμάτων την όμορφη τη βράκα που κάνει τρίκι τράκα;!....Εμ, δεν μ’έχεις.... για πρόσεξέ-με...»

Και στο σημείο αυτό, η τρελλλάρα η Πεπέ, ορθώθηκε και με τον κονδυλοφόρο ως λουλουδικό στηριγμένο στ’ αυτί, άρχισε καταμεσίς της ησυχίας της νύχτας να στριγλίζει, τραγουδώντας τάχα, την εθνική... βράκα

― «Σαράντα πήχες δίμιτο
                         σου φτιάξανε μια βράκα
και σιέσαι και λιγίζεσαι
                         και πώς πατάς στην τράτα!
Η όμορφη σου βράκα που κάνει τρίκι - τράκα!
Και ποιος θα σου την πλύνει
                         την βράκα σου στην λίμνη;
Και ποιος θα την απλώσει
                         στον ήλιο να στεγνώσει;
Και ποιος θα ανάψει σίδερο να σου την σιδερώσει
την όμορφή σου βράκα που κάνει τρίκι τράκα... ;
Ααααα...
όταν σε βλέπω κι έρχεσαι από την άλλη στράτα...
 ααααα ...
με γυαλιστά ποδήματα και την καινούργια βράκα
                         και προκαλείς την τράτα.....
αααα
η όμορφή σου η βράκα που κάνει τρίκι τράκα...!»

Αφού στρίγκλισε όσο στρίγκλισε και έκοψε και δυο στροφές για να πείσει πως κατέχει την κίνηση και την αέρινη άνεση βλαχοχορευτή, ξανακάθησε και συνέχισε την επιστολή της, κάνοντας μια ορθότατη, παραδεχόμαστε, παρατήρηση:

«Ε, λοιπόν, διαπίστωσες Αρχισυντάκτα μου πως εδώ έχουμε σαράντα πήχες δίμιτο ύφασμα; ... Κάτι έχουνε πάθει αυτοί οι Τουρκοέλληνες με το σαραντάρι... σαράντα παληκάρια, σαράντα πήχες, σαράντα κύματα, σαράντα κτυπήματα... το παρά μία τεσσαράκοντα - εννοώ... αρχαίο βέβαια...  Πολύ σαράντα Αρχισυντάκτα μου! λες να κόψει η μαγιονέζα αν ρίχνανε κανένα εξηντάρι, εικοσάρι,...; Δηλαδή γιατί σαράντα παληκάρια, κι όχι είκοσι; πολλά δεν είναι βρε Αρχισυντάκτα μου τα σαράντα; το σκέφτεσαι να σε βαράνε σαράντα; ...πού πας και μπλέκεσαι κι εσύ βρε Αρχισυντάκτα  μου; Πόσο θα ζω να σε προστατεύω..;»

Στα περί προστασίας, έβγαλε απ’το βουλιμιακό λαρύγγι της μερικά «Αφ - Ουφφ» πολύ φασαριόζικα κι  έχουμε την εντύπωση, εμείς οι βιογράφοι της παράνοιάς της, πως το κοιμώμενο φάντασμα του Αρχισυντάκτη σάλεψε μερικώς, κι αυτή ανησυχώντας ως και για τον ύπνο του φαντάσματος, χαμήλωσε τους θορύβους της κι επανήλθε στους φιλοσοφικούςστοχασμούς της.
Ψαχούλεψε να ανακαλύψει την κασέτα της όμορφης της βράκας που κάνει τρίκι - τράκα... επρόκειτο για οικογενειακό κι ιστορικό κειμήλιο της την είχε χαρίσει χρόνια πολλά πριν ένα σπουδαίο πρόσωπο η μοναδική της θεία αδελφή του πατέρα τηςέδρασε ως εθελόντρια κοινωνική λειτουργός απ’τα 20 μόλις χρόνια της απίστευτα θαρραλέα, υπερασπίστηκε υλικά και ηθικά έγκλειστους φυλακών και ψυχιατρείων, φυματικούς, λεπρούς κτλ. κι ήταν ταυτόχρονα πιανίστρια, ζωγράφος και κριτικός λογοτεχνίας γυναίκα απίστευτης ομορφιάς και ευστροφίας, όπως άλλωστε όλοι στο εκ πατρός σόι της Πεπέ, μ’όλο που στην ομορφιά η μάννα της Πεπέ ήταν αξεπέραστη με τα τεράστια γαλαζοπράσινα μάτια και την λυγερή κορμοστασία, αλλά τώρα μιλάμε για την θεία... Επίσης, όπως όλοι στο εκ πατρός σόι, η θεία Γάντι Ζαλ Όλι είχε χιούμορ, στρατηγική και μαζί απείθαρχη σκέψη. Να διευκρινίσουμε πως η κατά τα λοιπά λαϊκή Πεπέ μας, προερχόταν από γένος βασιλικό -το τονίζουμε- απευθείας από την Ρωμαιοβυζαντινή αυτοκρατορία του πρώτου ρωμαιοβυζαντινού αφεντικού Μιχαήλ Θεοφύλακτου...! Όχι, για να ξέρει δηλαδή κι ο Αρχισυντάκτης Άυλος πως η Πεπέ δεν του πέφτει λίγη...
 Αλλά ως φαίνεται ο Αρχισυντάκτης επιδόθηκε σε σκάνδαλα με τις τσοπανοπούλες επειδή δεν είχε την υψίστη των τιμών να γνωρίζει περί της Πεπέ τίποτα περισσότερο απ’το ότι ήτο μία κομπάρσα σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας και διαφημιστικά σποτάκια... Τί να του κάνουμε; Τώρα βέβαια, κανείς κακός θα ισχυριστεί πως στον χορό εκτοξεύεται και κανένα μπούτι κι ο Αρχισυντάκτης ως άνθρωπος που εκτιμά τις προσπάθειες των καλών τεχνών, το εξετίμησε δια εξόρυξης οφθαλμών του, με φιλική διάθεση ας υποθέσουμε... Ενώ η Πεπέ μας, η διανοητική μας Πεπέ, μπορεί ναχει το... στέμμα, είναι όμως κάτι μεταξύ πειράματος Φραγκεστάιν και κινουμένου μαύρου Ντάφυ...
Αλλά ας συνεχίσουμε τις εξηγήσεις επί του ηχητικού κειμηλίου.... Η θεία λοιπόν συνήθιζε να αποκαλεί την Πεπέ «Βλαχοδήμαρχο, μπαστουνόβλαχο Δον Κιχώτη*» και κάποτε αποφάσισε να την πειράξει δωρίζοντάς της μια κασσέτα δημοτικών τραγουδιών με μουσική κορωνίδα «την όμορφη την βράκα που κάνει τρίκι τράκα»... Ωραία και καλά ως εδώ κι η κασσέτα έπιασε ράφι... Ένα βράδυ, καιρό μετά, περιχαρής και μεθυσμένος εμφανίστηκε στα γραφεία της Πεπέ (λέμε γραφεία, διότι τότε η Πεπέ ήταν πλουσιόπαις, ενώ πια έχει ένα άθλιο τραπέζι και πάλι καλά..), εμφανίσθη λοιπόν ο πρωτότοκος γιός αυτής της θείας κι αγαπημένος (αν και Μασσόνος) ξάδελφος της Πεπέ, θαυμαστός αγγειοχειρούργος και πολυστροφότατος νους. Αφού λοιπόν έριξε τα εύθυμα βρισίδια του στην εξαδέλφη Πεπέ και ρούφηξαν σαν καλοί χριστιανοί τα κρασιά τους, άρχισαν με ιδιαίτερο πάθος, να ανταλλάσσουν ιατρικές απόψεις. Ο ξάδελφος Νολίτος Ζαλ Όλι αποκάλυψε στην Πεπέ πως είχε εντοπίσει μια αγγειο-αναπλαστική ουσία κι η Πεπέ ως μεγαλόνους είχε την έμπνευση να τοποθετηθεί επαρκώς σε μια προεκτατική ιδέα της: Ότι ήταν δυνατόν  αυτή η αναπλαστική ουσία των αγγείων να φθάσει στα αγγεία μέσω του νευρικού συστήματος. Ο ξάδελφος ενθουσιάστηκε και πάραυτα τηλεφώνησε σε Γερμανούς συναδέλφους που προγραμμάτιζαν ομαδικώς την έρευνά τους... Τους είπε πως θα καθυστερήσει λίγο.... Αυτό το λίγο ήταν περίπου ολέθριο... Η υγεία του πατέρα της Πεπέ, του Νικολάκη Όλι, χειροτερεύει και τον φθάνει στον θάνατο, .. η Πεπέ στην συνέχεια στραπατσάρεται οικονομικά... ακολουθεί κι ο θάνατος της θείας... οι μήνες ροκανίζονται... Η ψυχικά εξολοθρευμένη Πεπέ, αποφασίζει κάποτε να συνεχίσει την συνεργασία της με τον ξάδελφο της κι ολοκληρώνει τις προσθήκες της πάνω στην ανακάλυψή του... Η μελέτη τους καθαρογραμμένη και σαφέστατη κι αποφασίζουν ένα βράδι του Νιόβρη να συναντηθούν... Σουρωμένος απελπιστικά καταφθάνει στο πια φτωχικό δωμάτιο της Πεπέ ο ξάδελφος Νολίτος... εντυπωσιακά - κάπως εφιαλτικά εύθυμος, και φλύαρος... φλύαρος σε μνήμες... Κι εκεί μέσα στα γέλια των αναμνήσεων, ο Νολίτος κοιτά την Πεπέ με ένα τεράστιο βλέμμα, θαμπό όμως και ταραγμένο, και της δηλώνει:
― «Θα πεθάνω Πεπέ!»
Η Πεπέ δεν ξαφνιάζεται σχεδόν ποτέ από κεραυνόπληκτες δηλώσεις και διακωμωδώντας την υπόθεση ρωτά:
―  «Θα αυτοκτονήσεις;»
Ο ξάδελφος αχνοαγριεύει:
― «Ουδείς ευφυής του σογιού μας αυτοκτόνησε ποτέ! Οι Όλιδες δεν αυτοκτονούν - δολοφονούνται από την ίδια τους την ευφυία!»
Κι εμείς ως βιογράφοι, το’χαμε παρατηρήσει αυτό: Το γένος «Όλι» καταστρεφόταν μέσα στους αιώνες απ’την ίδια την ατίθαση ευφυία του.
Επειδή, παρά την ευθυμία του, ο ξάδελφος δεν έδειχνε να αστειεύεται, η Πεπέ ρώτησε, όσο πιο απότομα και ξεκαθαριστικά μπορούσε:
― «Έχεις προβλήματα υγείας τέτοια που να σε προειδοποιούν να παραγγείλεις φέρετρο;»
― «Αντιλαμβάνομαι τον θάνατο μου τί σκατά γιατρός θα ήμουν αν δεν μπορούσα να πιάσω τον σφυγμό του δικού μου θανάτου;» απάντησε ήσυχα- ήσυχα σαν να έλεγε το πιο φυσικό γεγονός του κόσμου, και ταυτόχρονα το μάτι του έπεσε πάνω στο ράφι που έστεκε η κασσέτα κειμήλιο·
― «Για βάλε ν’ακούσω αυτό το τραγούδι με την όμορφη τη βράκα... δεν έχω προσέξει ποτέ τα λόγια του... Άιντε Πεπέ...κι άνοιξε και την άλλη κρασομπουκάλα...»
Έβαλε λοιπόν την κασσέτα στο μικροσκοπικό μαγνητόφωνο η Πεπέ και πρόσεξε πως ο ξάδελφος είχε ένα επικίνδυνα διασκεδαστικό ύφος... Εκεί πάνω στο γλεντοκόπι, εξόφθαλμος και κραυγαλέος, άρπαξε τα χειρόγραφα της διατριβής τους, τα κομμάτιασε και βάζοντας τον χαρτοπόλεμό τους στις τσέπες του όρμησε σαν τον μίστερ Χάυντ* στο δρόμο... Την Πεπέ την δάγκασε  φρίκη! έτρεξε ξοπίσω του... Ο ξάδελφος, άρχισε να σκορπά όλην την κακοποιημένη χαρτούρα επί της Εξαρχειώτικης οδού Χαριλάου Τρικούπη, κι αφού ολοκλήρωσε τον πανικό του, γελαστά και άνετα φώναξε:
― «Ξαδέλφη Πεπέ, μια διατριβή δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο, μια όμορφη βράκα που κάνει τρίκι τράκα μπορεί! Το γέλιο θα σώσει τον κόσμο - όχι το γελοίο!»
Η Πεπέ μας, κόχλαζε και δεν το έκρυψε:
― «Ήταν γελοία η διατριβή μας που κατέστρεψες βρωμομασσόνε;!»
Στο ίδιο χαρμόσυνο μοτίβο ο ξάδελφος απάντησε:
― «Κάθε σοβαρότητα που απευθύνεται στον γελοίο κόσμο καταντά γελοιότητα!»
Τον άφησε να φύγει φωνάζοντάς του:
 ― «Να πας στα τσακίδια!».
Παραπαίοντας και με ρούχα κρασοπότιστα, ο Νολίτος Ζαλ Όλι απομακρύνθηκε,τραγουδώντας με εξαιρετική απάθεια και καλλιφωνία βεβαίως, το η όμορφη σου βράκα που κάνει τρίκι τράκα...
Ακολούθησαν λίγες μέρες και τα ξαδέλφια ξαναστήθηκαν στην συναισθηματική τους ωραιότητα και φλυαρούσαν μια ολάκερη νύχτα για κείνο και το άλλο... Κυρίως βρίζανε την καντεμιά τους σχετικά με τις τεράστιες περιουσίες που τους κληροδότησαν οι γονείς τους - στην Ακρόπολη του ξαδέλφου, στο λιμάνι του Πειραιά της Πεπέ - και που μυστηριωδώς δεν μπορούσαν να κουνήσουν πέτρα.
 Ο ξάδελφος διέγνωσε:
― «Αυτές τις περιουσίες μόνον ο θάνατός μας θα τις πουλήσει... Διαγιγνώσκω ως Κασσάνδρα... Εγώ πάντως θα πεθάνω δεν το γλυτώνω το έμφραγμα... Γαμώ τις διατριβές και τις δόξες... ζήτω η όμορφη η βράκα που κάνει τρίκι τράκα...»
Εδώ τελειώνει η ιστορία της... βράκας τον βρήκαν νεκρό τον ξάδελφο σε κατάσταση αποσύνθεσης από έμφραγμα, σε λίγες μέρες...
Η όμορφη η βράκα που κάνει τρίκι τράκα ξεχάστηκε από τότε στο ράφι ως γεροντοκόρη θλιβερή... κι η Πεπέ, στην απύθμενή της μνήμη, τοποθέτησε και την βράκα, έτσι χωρίς σώμα, χωρίς πόδια που θα την χόρευαν ποτέ, χωρίς στόμα που θα την τραγουδούσε... έτσιμια βράκα άδεια από ζωή, μόνο μ’έναν καιρό αόρατο μέσα της να γκρινιάζει...

Αυτήν την κασσέτα ψαχούλευε στο ράφι να βρει απόψε ως ψυχικό αντιπερισπασμό, γιατί παραείχε ενοχληθεί απ’την αχρειότητα του Αρχισυντάκτη να δέχεται να του χορεύουν ζεμπεκιές οι τσοπανοπούλες στα βουνά και στα λαγκάδια πράγμα ασυγχώρητο δηλαδή - τρομάρα του! διευκρινίζουμε, εμείς οι βιογράφοι, πως ιδέα δεν είχε περί τοιούτων ο Αρχισυντάκτης κι όλα ήταν σκαρφίματα της φαντασίας της σε δουλειά να βρίσκεται! 
― «Α, όλα κι όλα παλιοσαλτιμπάγκε! Δεν θα σε ανεχθώ» είπε ως κάποιος να έστεκε μπροστά της κι όχι κανείς.
Βρήκε την κασσέτα... Αν και στήριξε όλες τις φρούδες ελπίδες της στο κληρονομικό στέμμα πως θα νικούσε τελικά ένα ευτελές μπούτι, καλού κακού κι επειδή μια εύθυμη μουσική ευνοεί τις διαθέσεις, ξεκίνησε ευθύς και φωνητικές πρόβες... Ποιός δεν ξέρει βέβαια πως ένα μπούτι τρέχει γρηγορότερα απ’την δόξα;! Εμ πόδι είναι αυτό· τρέχει βέβαια... Τί να σου κάνει κι ένα στέμμα;!
Η Πεπέ είχε ασφαλώς υπόψιν της πως ο Αρχισυντάκτης ως χαρακτηρισμένος Δίας των Μέσων Διανοητικής Επικοινωνίας, θαριχνε τίποτα κεραυνούς άμα λάχει, αλλά επέμενε να θεωρεί πως αυτή, η περίφημος Πεπέ Όλι ήταν ο Ήφαιστος που φτιάχνει τους κεραυνούς. Για να δούμε που θα καταλήξει κι αυτή η υπόθεση των... Ολύμπιων Θεών, τέλος πάντων...
Αφού ξεμπέρδεψε η τρελλλλλλλλλλλαμένη εγκληματολογική συντάκτις με τις φωνητικές ασκήσεις της βράκας κι αφού ολοκλήρωσε την σχετική επιστολή προς τον Αρχισυντάκτη, κότσαρε κι ένα παντελώς απαράδεκτο για την μόρφωσή της υστερόγραφο:

«Για την ορθή ορθογραφία της επιστολής μου συμβουλέψου τους συντεταγμένους παρακμιακούς φίλους σου...Χικ- Χικ!»

Έγραψε:«ορθή ορθογραφία», σαμπώς και θα μπορούσε να υπάρξει λανθασμένη ορθο-γραφία! Δεν ξέρουμε τι είχε πάθει απόψε... μάλλον την πείραξε το... μπούτι! όταν ταραζόταν, όπως κι όταν βιαζόταν, παρουσίαζε φαινόμενα δυσλεξίας, ανορθογραφίας κι ασυνταξίας συμβαίνει και στα καλύτερα μυαλά... Είχε χάσει τις ημέρες, ακόμη και τα έτη
― «Τι ημέρα έχουμε σήμερα; Έτος; Προ ή μετά Χριστού; Πότε έγινε αυτό; Και το άλλο πότε έγινε;»∙
ο επιτραπέζιος ημεροδείκτης είχε σχισμένη την ημερομηνία του και μια νευρική μουτζούρα πάνω ως κάτω καταμαρτυρούσε την βαθιά πλέον αδιαφορία της Πεπέ Όλι στον χρόνο αυτό και μόνο σήμαινε πως πρόσωπα και γεγονότα δρούσαν στο μυαλό της από φωτερά παρελθοντικά σκοτάδια και γινόντουσαν ένα κράμα που θα μπορούσε και να πυροδοτήσει την ανατίναξη της μνήμης και τον επανασχηματισμό της.
Όλο το δωμάτιο έμοιαζε να’ναι ταψί τώρα, με ένα μπούτι τεράστιο ροδοψημένο κι η Πεπέ ετοίμαζε μαχαιροπήρουνα σιγά μη και ένα μπούτι κατακτήσει τον Αρχισυντάκτη της! Παραισθήσεις! κι αυτό επίσης συμβαίνει στα καλύτερα μυαλά... Ήταν πανέτοιμη συναισθηματικά η Πεπέ μας να παίξει φάπες και με τα 40 παληκάρια από την Λεβαδιά για πάρτη του - διότι δεν ήτο και εραστής τυχαίος το τονίζουμε.
Άγνωστο πώς, η εξέλιξη της νύχτας βρήκε την Πεπέ να ζωγραφίζει ένα κεράσι που τρώει παξιμάδι κι ένα κεράσι που κλαίει γιατί δεν τρώει παξιμάδι. Οι δύο αυτοί κερασοκύριοι είχαν μακριές διασκεδαστικές μύτες και ήσαν κοκκινοκίτρινοι. Μετά κι απ’αυτό το σενάριο, ξαναεστίασε το μυαλό της στην... «αυτεπάγγελτο δουλεία» όπως συνήθιζε να ονομάζει την δουλειά που κανείς κάνει επειδή του αρέσει. Κατά Πεπέ, ο όρος δουλειά που μου αρέσει ήταν απαράδεκτα ανύπαρκτος, γιατί πώς να το κάνουμε, αν κάτι σ αρέσει δεν μπορεί να ’ναι δουλειά με όρια χρονικά, κοινωνικά και τα διάφορα άλλα... Έτσι, την κάθε δουλειά που της άρεσε, όπως η εγκληματολογής έρευνα για παράδειγμα,  την μετονόμαζε :αυτεπάγγελτο δουλεία, που παρέπεμπε στην αυτεπάγγελτο βλακεία. Μυστήριος διχασμός, αλλά ας μην τον αναλύσουμε...
Το ένα και το άλλο αυτεπάγγελτο διέπραξε νυχτιάτικα η Πεπέ, μαζί κι ένα σκιτσάκι που σήκωνε πανό: «Ζήτω ο Αρχισυντάκτης Άυλος» και κυρίως ολοκλήρωσε - διότι δεν ήταν και ρεμάλι - την μελέτη της σχετικά με την καλοστημένη εξόντωση του Αλεξάντερ Πούσκιν από την μεγαλοψυχία του Τσάρου.
Επήλθε το ξημέρωμα. Κι αφού ο Ένγκαρντ Πόε κι ο Αλεξάντερ Πούσκιν βόλταραν επαρκώς στον εγκέφαλο της Πεπέ, όλα έδειχναν να καθησυχάζουν κι η ηρεμία της ημέρας να απαιτεί απλώς το «τι θα μαγειρέψουμε σήμερα;». Η Πεπέ, με σοβαρότητα, υπενθύμισε στον εαυτό της πώς φτιάχνεται η μπεσαμέλ.
― «Έχουμε και λέμε: Βάζουμε στην κατσαρόλα μια κούπα βούτυρο κι αφού λειώσει, προσθέτουμε με αργό ρυθμό, μη και μας σβολιάσει, μια κούπα αλεύρι. Ανακατεύουμε αδιάκοπα -κι ως δουλικά της καθημερινότητας- και προσθέτουμε κι ολίγον αλάτι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο κι ό,τι άλλο αρωματικό μπαχάρι μάς κατέβει στην   μαγειρική μας ευφυία. Αφού αυτά όλα καφετιάνουν αρκούντως, ρίχνουμε και μια κούπα γάλα, σταγόνα - σταγόνα, διότι εδώ το ζήτημα θέλει δέουσα αφοσίωση. Όταν ολοκληρώσουμε το διαδικαστικό, θα μας χαμογελάσει ένα μερικώς παχύρευστο υλικό, το οποίο και μπορούμε να απλώσουμε όπου μας κάνει κέφι. Δηλαδή σε μια μακαρονάδα με τυριά ή  με κιμά ή με γαρίδες, κι ύστερα να το φουρνίσουμε για καμιά ωρίτσα στους 150 βαθμούς καύσωνα. Καλή μας όρεξη!»
Ωραία είχε ακόμη σε εγρήγορση, αρκετή απ’την μαγειρική της μνήμη η Πεπέ μας το τεστ που υπέβαλε στο μυαλό της δεν σήμαινε βέβαια και πως θα έστρωνε τον κώλο της να φτιάξει όλον αυτόν τον χαβαλέ θα περιδρόμιαζε, και σήμερα, φθηνή μορταδέλλα με φρυγανιές. Έτσι κι έγινε, κι όχι το μεσημέρι, αλλά πρωινιάτικα, γύρω στις 10 ώρα Βαλκανική. Ως απαιτούσε η χωνευτική της διάθεση και κατά την προσφιλή της συνήθεια το ’ριξε στο τραγούδι κρίθηκε κατάλληλο για την περίσταση ένα άσμα του πολλά πεθαμένου Χρηστάκη*:
― «... Γιατί  λένε τα βατράχια, στης ακρολιμνιάς τα βράχια: "Όποιος κλαίει είναι βλάξ, βρε κεκέξ κουάξ - κουάξ"...»
Φωνητικός πανικός στο βρε κεκέξ κουάξ – κουάξ κι όλα τα συγγραφικά φαντάσματα που συγκατοικούσαν με την Πεπέ, είχαν αναμφίβολα αγανακτήσει απ’ τον τραχύ νταλικέρικο τραγουδιστικό της οίστρο. Τα «σκασμός» και τα «βούλωστο» και τα «μας τρύπησες τα αυτιά» και τα «μαύρη ώρα που γίναμε φαντάσματα», πήγαιναν κι ερχόσανε στα στόματα των καταταλαίπωρων διανοητικών φαντασμάτων, κι είναι περίπου βέβαιον πως ο Πούσκιν εξαγριώθηκε τόσο που άρπαξε το μπιστόλι του, έτοιμος για μια νέα μονομαχία. Η Πεπέ τον είδε, μέσα στην φαντασία της ασφαλώς, και του έκανε την καυστική επίπληξη:
― «Πούσκιν, πάρε το τραινάκι να παίξεις κι άσε κατά μέρος την μπιστόλα δεν έχεις  ικανότητα στο σημάδι γι’αυτό κι έγινες μακαρίτης πριν την ώρα σου...»
Είναι σαφές πως ο Πούσκιν μελαγχόλησε κι έπεσε σε άραχνη περισυλλογή που επικεντρώθηκε όλη στην εύστοχη μπιστολιά που δέχτηκε απ’τον μάλλον εραστή τής γυναίκας του, και λέμε μάλλον εραστή διότι ήτο και ολίγον συκέα ο Ζορζ Νταντέ. Λύσσαξε -μετά πολλών αφρών- απ’το κακό του ο Αλεξάντερ Πούσκιν και το φάντασμα του μαύρισε και άχνισε, σαν μόλις να το είχαν φουρνίσει.
Αυτά για την ιστορική αλήθεια των δεδομένων της μαντάμ Πεπέ Όλιεδώ η κατάσταση δεν ήταν παίξε-γέλασε δεν μπορούσε ο Πούσκιν να κάνει ό,τι γουστάρει υπήρχαν εγκεφαλικά διόδια! Αμέ τι;!
Ήταν μεσημέρι όταν πια η Πεπέ αποφάσισε να κοιμηθεί μερικές ωρίτσες, πράγμα ακατόρθωτο γιατί οι από πάνω κάρφωναν, οι αποδίπλα ερωτοτροπούσαν κι οι απέναντι καυγάδιζαν τρικούβερτα. Έκλεινε 24ωρο αυπνίας και τα μάτια της έμοιαζαν με πνιγμένου πουλερικού. Έφτιαξε ένα και δύο και τρεις και τέσσερεις καφέδες τους οποίους ρούφηξε δυνατά καίγοντας την γλώσσα της και χαζεύοντας ένα μυγάκι στο νταβάνι. Πάνω στην αποχαυνωτική φάση κτύπησε το κουδούνι κι εμφανίστηκε ο βδελυρός Κόρον Σκώρος, ο εκδότης της, που ως συνήθως ήθελε να φλυαρεί για τον Γκαρσίν, για τον Πόε, τον Γκόγκολ και τον Φρόυντ.* Η Πεπέ αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να τον αρχίσει απνευστί στα καριολίκια ή να του δώσει το λεπτό του μελλοθανάτου να πει ό,τι ήταν να πει. Εξάλλου ήταν πάντα σύντομος και βιαστικός κι η λογοτεχνική φλυαρία του με μαθηματική ακρίβεια άρχιζε και τέλειωνε στο δεκάλεπτο. Αποφάσισε να τον ακούσει ο εκδότης Κόρον Σκώρος μίλησε για τον Μπρεχτ και για πρώτη φορά -επιτέλους- συμφώνησε με την Πεπέ πως το πολυφημησμένο έργο του «ο κύκλος με την κιμωλία»* ήταν φόλα ως εκ τούτου το κριτικό ταμπεραμέντο της Πεπέ κολακεύτηκε κι ανέβαλε τα βρισίδια για ένα μακρινό «προσεχώς». Φεύγοντας ο εκδότης Κόρον Σκώρος παρέδωσε μια ντάνα χαρτούρα με ποίηματα του Μπρεχτ για να τα επιμεληθεί η Κάθυ Αθέου κι η Πεπέ βλαστήμησε μέσα της την μαύρη ώρα που τους γένναγε τον Μπρέχτ, τον εκδότη της, την Κάθυ Αθέου και την ίδια που δεν κατάφερε να απαλλαγεί απ’την μελαγχολική εξουσία της Κάθυ Αθέου, η οποία κάθε τρεις και λίγο της φόρτωνε στην κεφάλα της ένα κάρο διανοητικές εργασίες.. Είχαν πιαστεί τα παΐδια της πια, ο σβέρκος, η μέση της, τα δάχτυλά της, είχαν κακοπάθει τα μάτια της, τα νεύρα της, γενικώς όλα της απ’ την πολλή λογοτεχνικοεπιμέλεια και υπογείως σερνόταν μέσα της μια φρικαλέα απέχθεια για όλη την λογοτεχνία
― «Μισώ την λογοτεχνία!» είπε και ξαναείπε και ξαναείπε κι έδωσε μια χαστούκα στο μάγουλό της για να συνέλθει. Συνήλθε - ας πούμε - κι έπιασε τον έτσι κι αλλιώς απεχθή της Μπρεχτ, με ένα κουρασμένο, μαραζομένο ύφος σαν να την είχες στήσει στο μέσον μιας παντέρημης πλατείας χειμώνα καιρό να κοιτά τα σπουργίτια... Τέτοιο ύφος θλίψης μοναδικό!
― «Ε, λοιπόν δεν χάλασε κι ο κόσμος Πεπέ... Μην ξεφυσάς σαν φάλαινα... Έχει τόσο όμορφα ποιήματα ο Μπρεχτ...Θα ετοιμάσω την επιμέλεια αυτή πολύ ήσυχα δεν θα σε ενοχλήσω διόλου..» η Κάθυ Αθέου με εξαντλημένο άρρωστο πρόσωπο, έστεκε πλάι στον παλιό ανταυγαστήρα κι έμοιαζε ολόκληρη σαν μόνο μια λωρίδα από πένθιμο κίτρινο φως.
Το στενάχωρο δωμάτιο της Πεπέ στο επίκεντρο της Εξαρχιώτικης εξαθλίωσης, ήταν σκοτεινό ακόμα και την ημέρα και συνεπώς ένας ρούσικος ανταυγαστήρας που’χε για κορμό του ένα ξυλένιο παιδί με κατεστραμένα χέρια, χάρισμα του γνωστού άθλιου της ζωής της, λογοτέχνη και συνταξιούχου δικηγόρου Οράτιου Αγελάδη, έστεκε αναμμένος επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Ήταν εύκολο λοιπόν στην απροσδιόριστη ύπαρξη της Κάθυ Αθέου να εμφανίζεται κάθε που της έκανε κέφι ως μία και μόνη γραμμή αλλόκοτου φωτός...
― «Όχι, όχι! Δεν αντέχω κι άλλη λογοτεχνική δύσπνοια μαντάμ Κάθυ Αθέου! Ξεφορτώσου-με αγαπητή μου.... Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις και μεταφέρεις το ασάλευτο τέλμα της ύπαρξής σου μέσα στους φλογερούς ρυθμούς μου, αλλά σε προειδοποιώ: Δεν το’χω σε τίποτα να διαπράξω κι εγώ ένα φόνο μιας κι έχω επιλύσει τόσους και τόσους στην απλήρωτη καριέρα μου! Θα σε κάνω πτώμα μαντάμ Κάθυ Αθέου, παρόλο που σε εκτιμώ!»

Άρπαξε τον ανταυγαστήρα και τον κοπάνησε δυο τρεις φορές στο ντουβάρι. Το ξυλένιο πράγμα δεν έλεγε να τσακίσει. Τόσο απόρησε που τηλεφώνησε στον Οράτιο για σαφείς εξηγήσεις:
― «Δεν μου λες Οράτιε, αυτή η παλιατζούρα που μου χάρισες, από τί ξύλο είναι; δεν σπάει με τίποτα...!»
― «Παλιατζούρα..παλιατζούρα... ποιά απ’όλες τις παλιατζούρες που σου’χω φέρει εννοείς;»
― «Το ρούσικο φωτιστικό...»
― «Ποιό απ’τα δύο;....το πουλί ή το παιδί;... δύο σου’χω φέρει με την παγκοσμίως αναγνωρισμένη ανοιχτοχεριά μου...»
― «Το ξυλένιο παιδί...»
― «Α, το ξυλένιο παιδί, όχι το ξυλένιο πουλί..;»
― «Είπαμε το ξυλένιο παιδί! Τί ξύλο είναι το γαμημένο;!»
― «Ε, ό,τι ξύλο είναι και το ξυλένιο πουλί!»
― « Λοιπόν Οράτιε, μην με εκνευρίσεις πάλι... για το καλό σου, μην με εκνευρίσεις!»
― «Ε, μα δεν καταλαβαίνω... συνέβη κάτι με το ξυλένιο παιδί ή το ξυλένιο πουλί;..»
― «Τί να συνέβη βρε άθλιε;! Σε ρωτάω από τί ξύλο είναι;»
― «Το ξυλένιο παιδί ή το ξυλένιο πουλί;»
― «Το ξυλένιο παιδί, σου είπα!»
― «Ε, και εγώ σου είπα πως το ξυλένιο παιδί είναι ό,τι ξύλο είναι και το ξυλένιο πουλί!»
― «Έχω καιρό να σου ρίξω φάπες Οράτιε... κανόνισε... Λοιπόν... τί ξύλο είναι το πουλί και το παιδί;!»
― «Α, και για τα δύο με ρωτάς τί ξύλο είναι;»
― «Ναι και για τα δύο σε ρωτάω από τί ξύλο είναι;!»
― «Ε, πού να ξέρω;!» απάντησε ψύχραιμα ο Οράτιος Αγελάδης και ρεύτηκε.
Αυτή η διαλεκτική ήταν η τρίχα που’γινε τριχιά στο λαιμό της Πεπέ! «Φθάνει με τους κρετίνους τους λογοτέχνες» ούρλιαξε και ξαναούρλιαξε. Παράτησε στο τραπέζι τον «φάκελο Μπρέχτ» ανοιχτόν  σαν σφαγμένο στήθος, άρπαξε το αδύναμο μπουφάν της και βγήκε στο δρόμο... Πού πήγαινε έτσι ως αβαρές ξωτικό; απροετοίμαστη, απρογραμμάτιστη, ασυντόνιστη η εγκληματονομική μας συντάκτρια; Δεν είχαμε προειδοποιηθεί εμείς οι βιογράφοι της για κανένα έγκλημα που ήλπιζε στην λύση των ερευνών της... Το θέμα ήταν απλό έπρεπε να βρει για να επιβιώσει μια αυταπάγγελτη δουλεία μια δουλειά δηλαδή που να της αρέσει, αν δεν ήθελε να μουρλαθεί από τις λογοτεχνικές επιμέλειες. Είχαμε πλέον ξεκάθαρη εικόνα της ψυχολογίας της της την βαρούσε κατακέφαλα η λογοτεχνική ενασχόληση, στην οποία την ωθούσε η συγγραφέας Κάθυ Αθέου. Αλλά παρόλο που η Κάθυ Αθέου κι η Πεπέ Όλι είχαν μία σιαμαία σχέση, δεν έπαυαν να διαφωνούν εκ των ένδον· η Πεπέ εξακολουθούσε απείθαρχα να’ναι ένα θορυβώδες, εύθυμο  και υπερκινητικό πλάσμα, εν αντιθέσει με την πένθιμη, στωική και τραγική Κάθυ Αθέου.

Η μαντάμ Πεπέ Όλι με άνεση χιλίων σταρ μπήκε στα στούντιο τηλεοπτικού σταθμού κι απαίτησε θέση εργασίας σ’ αυτό που ήξερε περίφημα να κάνει: Την κομπάρσα.
Μην τα πολυλογούμε, βρήκε δουλίτσα λίγο κομπάρσα, ούτε καν αρκετά κρατούσε ένα δίσκο με μπισκότα και έστεκε στην άκρη του πλάνου η κάμερα συνήθως έδειχνε τον δίσκο με τα μπισκότα και μόνον τα ασπροδάκτυλα τής Πεπέ.Για μόνο αυτό, έπερνε μισθό ανειδείκευτου εργάτη κι ήταν ευχαριστημένη τα μάλλα. Για να τοποθετηθούμε όμως απολύτως στα εντός της αλήθειας της Πεπέ, ξέρουμε και θα σας πούμε εμείς οι βιογράφοι, πως ο λόγος που κοτζάμ διάνοια, βρέθηκε σε τέτοια κομπάρσα αυτεπάγγελτο δουλεία δεν ήταν τα προς το ζην ουχί τα φράγκα! ήταν συναισθηματικός λόγος  βροντώδης κι ουσιώσης που θα τον ψιλιαστούμε παρακάτω της υπόθεσης.
Η ζωή στο πλατό ήταν ευχάριστη, αν κι η Πεπέ απεχθανόταν την πολυκοσμία, αλλά υπήρχε ένας θόρυβος διάχυτος κι απρόσωπος που βόλευε την νοοτροπία της η οποία απτην μια ήταν κοσμική κι απ’την άλλη αγοραφοβική. Τα πήγαινε καλά και δεν είχε κάνει ακόμα, προς μεγάλη μας κατάπληξη, ούτε έναν καυγά. Όλοι την αγνοούσαν κι αυτή αυτούς κι έτσι η ισορροπία των σχέσεων έδειχνε παραπάνω κι από δεδομένη. Σιγά όμως μην πιστέψουμε στα τέτοια λαϊκά θαύματα όταν έχουμε να μιλάμε για ένα διανοητικό τέρας σαν την Πεπέ Όλι που οι εμπνεύσεις της έχουν εκ του φυσικού τους μια ατίθαση συνθήκη. Ε, λοιπόν, η Πεπέ, τα σκάτωσε πάλι πώς αλλιώς να το πούμε; Να τι έγινε: Ως κομπάρσα πήρε το δίσκο με τα μπισκότα και στήθηκε, αλλά είχε την ιδέα, όσο εξελισσόταν το διανοητικό παιχνίδι στον αέρα, να ροκανίζει τα μπισκότα σταματημό δεν είχε το γγράουτσσ και γγράουτσσ των δοντιών της ακουγόταν πιο δυνατά απ’ τον κεντρικό ομιλητή που κοκορευόταν πάνω στη σκηνή. Ο σκηνοθέτης είχε λυσσάξει και δεν ήξερε πώς να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα σε μια ολοζώντανη εκπομπή. Καιρός να πούμε βέβαια πως στους επίσημους του διανοητικού νταλαβεριού ήταν κι ο Αρχισυντάκτης Άυλος κι ήταν μάλιστα είς απ’ τους σοβαρούς λόγους που το βουλιμιακό σύνδρομο της Πεπέ απαίτησε το χλαπάκιασμα των μπισκότων. Τον είχε δει η γλυκυτάτη μας ασύντακτη συντάκτις, τον Αρχισυντάκτη «της» να γελά θερμαινόμενα και δαχτυλιδωτά κι είχε ταραχτεί όλο το μέσα της κρυμμένη στην άκρη της και με τα μάτια της στηλωμένα, άρχισε μια δυστυχία απερίγραπτη να την κυριεύει δυστυχία η οποία απαιτούσε πάραυτα την παρηγοριά της γευσιγνωσίας τί να κάνει; προσέφυγε στα μπισκότα.... Η εκπομπή κάποτε τέλειωσε κι έγινε το έλα να δεις ο σκηνοθέτης βλαστήμησε την Πεπέ κι η Πεπέ τον έβαλε κάτω και τον πάτησε κυριολεκτούμε. Μέγας χαμός κι οδυρμός έσπευσαν κομπάρσοι και τεχνικοί να σώσουν τον σκηνοθέτη κι ακολούθησαν διευθυντάδες, προϊστάμενοι, υπεύθυνοι και παραϋπεύθυνοι, παρουσιαστές, χορεύτριες, σκηνογράφοι, μπήξε και δείξε άπαντες, αλλά η Πεπέ βαρούσε ακόμη. Πλησίασε κι ο Αρχισυντάκτης  να πληροφορηθεί περί των διατρέξαντων συμφορών. Κοίταξε και ξανακοίταξε πρώτα του κόπηκε η ανάσα κι ύστερα ούρλιαξε:
― «Πεπέ!»
Η φωνή του συγκλόνισε την παρακμάζουσα ερωτική υπόμνηση της Πεπέ τινάχτηκε κι άφησε το πτώμα του σκηνοθέτη αγέλαστο και πικραμένο κατάχαμα να το αναλάβουν οι .. υπεύθυνοι.
Απέναντι φάτσα-φάτσα ο Αρχισυντάκτης κι η Πεπέ που περιέργως δεν χαμήλωσε τα μάτια και λαχανιασμένη ακόμα κοιτούσε καρφωτά τον Άυλο ως να είχε αληθινή ύλη.
Ο Αρχισυντάκτης  έπιασε το πηγούνι του σε μια αμήχανη κίνηση και με τρυφερότητα γρασιδιού ψιθύρισε:
― «Βρε Πεπέ, πάλι δέρνεις;»
― «Όποτε χρειάζεται» απάντησε μόνο η Πεπέ κι αποφάσισε να κόψει λάσπη.
Ο Αρχισυντάκτης την άρπαξε απ’ τον ώμο:
― «Για στάσου Πεπέ... Μπορώ να ξέρω παρακαλώ τί απέγινες από τότε που ανακάτωσες τον κόσμο στο μνημόσυνο του δολοφονημένου δούκα επειδή σου φάνηκαν χαλασμένα τα κόλλυβα..; Από τότε που... χμ... τότε που σε είδα  αραχτή στα ταφομάρμαρα να περιδρομιάζεις κτηνωδικώς διακόσια καλαμάκια σουβλάκια...;»
― «Ήταν μόνο πέντε!» διόρθωσε η Πεπέ.
― «Πέντε, σαρανταπέντε· αδιάφορο... Τί απέγινες; είναι το θέμα ... Σε αναζήτησα, αλλά εσύ ως ντίβα κομπάρσα της διανόησης, άφαντη...!»
― «Τί με’θελες; αν θυμάμαι καλά μεσιέ, με είχες με βρισίδια απολύσει απ’την παλιοφυλλάδα, την πατσαβουροφημερίδα σου Τελευταία Βοήθεια...» ρώτησε κοφτά, κάπως τσαμπουκαλεμένα κι αυτοχλευαστικά η Πεπέ.
― «Τί σε ήθελα;.. χμ... να σε παντρευτώ!» ειρωνεύτηκε ο Αρχισυντάκτης επ’αυτού δεν χωρά αμφιβολία.
― «Α, έτσι;...» μουρμούρισε θλιμμένη μάς φάνηκε.
― «Έτσι!» κοντράρησε ο Άυλος.
― «Απ τις εξυπνότερες ιδέες σου!» αυτοδοξάστηκε η Πεπέ.
― «Άκου Πεπέ» μίλησε με μια κάποια σοβαρότητα τώρα ο διανοητικός διαχειριστής «... λέω να πάμε για ένα ποτό, να συζητήσουμε σαν άνθρωποι για το επαγγελματικό σου μέλλον... Δέρνεις τόσο καλά, καυγαδίζεις μοναδικά, έχεις ένα στυλάκι πρωτόγονο, διαθέτεις και μια φάτσα όλο γκριμάτσες... όλα αυτά είναι προσόντα για έναν κωμικό πρωταγωνιστικό ρόλο!... Γιατί να μείνεις απλώς κομπάρσα; ...!»
Η Πεπέ τον στραβοκοίταξε κι έτσι στην απόλυτη μούγκα γύρισε την πλάτη της κι απομακρύνθηκε. Πίσω της ο Αρχισυντάκτης  Άυλος τής έσουρνε τα εξ αμάξης προλάβαμε να ακούσουμε:
― «Είσαι άχρηστη! Αυτό είσαι Πεπέ! Ένα άχρηστο τσιμεντόλιθο πεισματάρικο ντουβάρι! Βρωμοκομπάρσα!»
Η Πεπέ βρέθηκε στον κρύο αέρα που όμως σε τίποτα δεν βοηθούσε στο να κατακάτσει η ταραχή της. Έτσι απ το πουθενά εμφανίστηκε πλάι της η Κάθυ Αθέου:
― «Μούσκεμα τα έκανες Πεπέ! Τι σου’ρθε να φας τα μπισκότα;!»
― «Μα τα μπισκότα είναι το πρόβλημα μαντάμ Κάθυ ή ο Αρχισυντάκτης μου, το κάθαρμα που επιμένει να με αντιμετωπίζει σαν ένα επίδοξο μπράβο της διανόησης;!»
― «Κι ενώ τί είσαι...; Μα Πεπέ... Αφού εσύ... τέλος πάντων εσύ έτσι παρουσιάστηκες μια κομπάρσα της σκέψης που δέρνει... Ας του έλεγες πως είσαι μια ερευνήτρια του εγκλήματος,.. πως τέλος πάντων έχεις ταχθεί στην υπερπροστασία της άυλης ύλης του και πως ανησυχείς μην δολοφονηθεί αυτή η θαυμαστή του άυλη ύλη...»
Η Πεπέ εκνευρίστηκε και αγενώς διέταξε:
― «Μαντάμ Κάθυ, κόφτο! Φύγε απ’το κεφάλι μου τώρα αμέσως!»
 Η Κάθυ Αθέου εξαφανίστηκε μέχρι νεωτέρας κι η Πεπέ με τα αυτιά σκυλίσια ριγμένα επέστρεψε στο καμαράκι της.
Στο μεταξύ ο Αρχισυντάκτης σκυλιασμένος απ’την αλαζονική -όπως νόμιζε- συμπεριφορά της, κι αγνοώντας φυσικά τον σαρωτικό της έρωτα, σκέφτηκε να της δώσει ένα αλησμόνητο μάθημα και ταυτοχρόνως κατάλαβε πως είχε μπροστά του μια μοναδική ευκαιρία να εξασφαλίσει το γέλιο του για όλην την τρέχουσα σαιζόν.
― «Φέρτε μου την Πεπέ! Είμαι ερωτευμένος μαζί της!»  είπε σε μας τους ένθερμους βιογράφους, κι όχι πως τον πιστέψαμε, αλλά του φέραμε την Πεπέ. Για την ακρίβεια, το είπε στους συνεργάτες του και πολύ πιο κομψά και με επαγγελματική εγκράτεια:
― «Φέρτε μου την Πεπέ! Ενημερώστε την πως την χρειάζομαι για  επαγγελματική υπόθεση... Να της τονίσετε πως την χρειάζομαι...»
Ο Αρχισυντάκτης είχε μυριστεί πως η αλαζονεία της Πεπέ θα τσιμπούσε οπωσδήποτε σ’αυτό το «σε χρειάζομαι», και δεν έπεσε έξω. Αμέσως μόλις έλαβε το μήνυμα κι ένιωσε πως την χρειάζεται ο άυλος δια πυρός και σιδήρου έρωτας, έσπευσε, στα εντελώς εμφανισιακά της χάλια, να ταχθεί στις υπηρεσίες του! Άιχ - βάιχ!
Συναντήθηκαν σ’ένα μικρό καφέ μπάρ κι ο Άυλος έκανε την πρώτη παρατήρηση ουσίας:
― «Είσαι στρουμπουλούλα! Πόσα κιλά είσαι αλήθεια;»
― «Μμμμμ εεεε 62... 76... 81.....»
― «Δεν ζήτησα τον τηλεφωνικό αριθμό σου! Τα κιλά σου ρώτησα!»
― «Περίπου ... 78...»
― «Α, μπά; Δείχνεις τουλάχιστον 90!»
― «Φήμες!»
― «Δηλαδή σαν να λέμε κάθε ομοιότης με το αληθινό είναι απλώς σύμπτωση.. ένα πράγμα...»
― «Με παχαίνουν τα ρούχα!» δικαιολογήθηκε τραυλά η Πεπέ.
― «Ε, μην τα τρώς!» ανταπάντησε καυστικώς  ο Αρχισυντάκτης Άυλος ως γνήσιος αρχισυντάκτης του υλικού κόσμου και με επίσημο ύφος πρότεινε:  «Πεπέ, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
― «Ασφαλώς!» δέχθηκε η Πεπέ, μην παραλείποντας να πει μέσα της: «Θα σε περιποιηθώ αφοδευσοδοχείο!» εννοούσε το καθίκι μεταφράζουμε.
― «Δηλαδή... εννοώ πως αυτό θα’ναι ένας κανονικός γάμος...»
― «Ε, ναι κατάλαβα θα’ναι ένας κανονικός γάμος...θα τρώμε παρέα μπριτζολάκια, θα κοιμόμαστε αγκαλίτσα, θα πίνουμε τον καφέ μας με πολλά χουχού και χαχά, θα σχολιάζουμε τους πάντες, θα βολτάρουμε πιασμένοι απ’την μέση...»
Ο Αρχισυντάκτης ανασήκωσε υπονοούμενα το φρύδι του:
― «Λίγο δύσκολο το βλέπω να πιανόμαστε απ’την μέση... Δεν έχω χέρι κουπί... Ζωή να’χεις, μετράς δυο στρέμματα περιφέρεια!»
― «Ε, καλά, μη χολοσκάςθα σε κρατώ εγώ που η μέση σου είναι σαν πολλαπλασιαζόμενη τελεία» εξηγούμε - επειδή κανείς δεν θα καταφέρει να ερμηνεύσει αυτήν την διαστροφική εικονοπλασία της- πως εννοούσε ότι πολλές τελείες μαζί κάνουν έναν όγκο αλφα δηλαδή μ’άλλα λόγια: «Έχεις κι εσύ το περιφερειακό σου λίπος και βούλωστο λοιπόν!»
Ο Άυλος παρουσίασε ελαφρύ εξάνθημα ευθιξίας και παρολίγο να υλοποιηθεί:
― «Τί εννοείς σαν τελεία; »
― «Εννοώ πολλή κομψή!» διόρθωσε τις εντυπώσεις η σε εγρήγορση πονηριά της.
Ο Αρχισυντάκτης έκανε ένα:
― «Ωωχμ!» ακούστηκε πολύ εσωτερικό, αλλά ας μην το αναλύσουμε, τονίζουμε όμως ότι έπιανε πουλιά όχι απλώς στον αέρα, αλλά και στους ανεμοστρόβιλους.
Μετά την ανακοίνωση του κανονικού γάμου, έμειναν οι δυό τους σαν ερωτευμένοι εχθροί να κοιτάζονται σαν να απορούσαν τί ακριβώς ήθελαν να κάνουν ο ένας στον άλλον; δηλαδή, να στήσουν την παγίδα μιας ξεφτίλας μεγέθους  ή μήπως να ζήσουν, έστω και πλάγια, λίγο καιρό ο ένας κοντά στον άλλον; Χαμογέλασαν απ’τις βαθύτερες σκέψεις τους και συνέχισαν στο ρόλο που είχαν προαποφασίσει: της αλληλοξεφτίλας δηλαδή!
Ο Αρχισυντάκτης μίλησε πρώτος σε κλιμακωτά αυξητικό τόνο:
― «Υπάρχει ένα διαδικαστικό όμως Πεπέ για να πάρει επίσημο χαρακτήρα η σχέση μας... Θα το ακολουθήσεις πιστά κι αφοσιωμένα; »
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!» έπεσε κατευθείαν στο ψητό του χαβαλέ η Πεπέ.
― «Πρέπει... πρόσεξε!... να δείξουμε σε όλους πως παντρευόμαστε από έρωτα κι όχι από διαφημιστικά συμφέροντα...» επέμενε στις διευκρινήσεις ο Άυλος.
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!» συνέχισε σε ανατολίτικη υποταγή η Πεπέ.
― «Και για να αποδειχθεί αυτό, πρέπει να εκδηλώσουμε το πάθος μας δημόσια...» άδειασε όλο το εξάσφαιρο του σατανικού του σχεδίου ο Άυλος μας.
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!» καθησυχαστικά ηλίθια η Πεπέ.
Ο Αρχισυντάκτης, ευτυχούσε στην σκέψη, πως αυτό το γλυκύτατο διαβολοβοειδές βλέμμα τής Πεπέ, ήταν παρασάγγας χρησιμότερο για μοντέλο γελοιότητος απ όσο κάποιων νυσταλέων θρησκευάμενων ή ειρηνιστών μουτζούφληδων λογοτεχνών, που παράδερναν στον διανοητικό χώρο και τον έκαναν παντελώς αδιανόητο!... Εξ’άλλου, όσο να το κάνουμε, η θρησκευτική πίστη και η ειρηνικομανία εμπεριέχει φανατικές αντιδράσεις και συνεπώς επικίνδυνες, ενώ η ερωτική φαντασιοπληξία της Πεπέ, τόσο μεγαλόψυχη και παροχική, ήταν ό,τι έπρεπε για ακίνδυνο γέλιο.
Ο Αρχισυντάκτης Άυλος κατέστρωνε τα σχέδιά του με άψογη αισθητική, οφείλουμε να παραδεχθούμε περνάμε στην πρώτη φάση:
― «Πεπέ, απόψε σε θέλω με όλην σου την καταπιεσμένη υπσυνείδητη σεξουαλικότητα, απελευθερωμένη...»
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!»
― «Θα κάνουμε την πρώτη δημοσία μας εμφάνιση σε θερινό σινεμά με μεγάλη λογοτεχνική παρέα...»
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!»
― «Θα ντυθείς εξτρεμιστικά σέξι!»
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!»
― «Και κόψε το "ναι Αρχισυντάκτα μου" γιατί μού φουντώνει την δερματοπάθεια!..»
― «Ναι Αρχισυντάκτα μου!»

Ο θερινός σινεμάς μοσχοβολούσε αγιόκλημα και καρτερούσε την εισαγωγή του... κανονικού γάμου. Είμασταν κι εμείς εκεί όχι, που θα το χάναμε!
Ξεκίνησαν οι ετοιμασίες. Ο Αρχισυντάκτης Άυλος είχε δώσει εντολές συμπεριφοράς σε άπαντες της παρέας του· έπρεπε να κάνουν την Πεπέ ρόμπα ξεκούμπωτη.
Απ’ την άλλη πλευρά της υπόθεσης, οι ετοιμασίες της Πεπέ, είχαν μια εμπνευσμένη εκδικητικότητα, φτάνει, για να καταλάβουμε, να θυμηθούμε μια έφηβη ιεροτελεστία της: Ήταν δεκαεφτάρα, κι είχε να υποστεί σε καθημερινή χειμωνιάτικη βάση την κατάρα της μάννας της:
― «Μαύρη ώρα να σε εύρει!»·
Αυτόν τον εξάψαλμο τον λουζόταν, γιατί απλώς, δεν ήθελε να φορά βαριά ρούχα φεύγοντας τα πρωινά για το σχολείο. «Μαύρη ώρα να σε εύρει» και «Μαύρη ώρα να σε εύρει», τοχε παρακάνει η κατά τα λοιπά αξιοσέβαστος κυρία Επιστήμη Όλι και θα λέγαμε ανεπιφύλακτα πως κάτι τέτοια τιμητικά δημιουργούν στους έφηβους σπηλαιώδη ψυχικά τραύματα, αλλά η ανθεκτική ευφυώς Πεπέ τα’χε γραμμένα στις σόλες της και τα θεωρούσε μια χαρά μπιχλιμπίδια της καθημερινότητας. Οπωσδήποτε αντιδρούσε σε ό,τι γύρω της δρούσε κι ιδού στην περίσταση πώς: Ένα πρωινό βάφει με κάρβουνο ζωγραφικής όλο της το πρόσωπο το κάνει κατάμαυρο στέκει μπροστά στην μάννα της και δηλώνει:
― «Με βρήκε η μαύρη ώρα!».
Η Επιστήμη Όλι λύθηκε στα γέλια και μουρμούρισε:
― «Πανάθεμα το μυαλό σου παιδί μου! Εσύ με την τρέλλα σου ή που θα έχεις κακό τέλος ή που θα δοξαστείς!».
Βγήκε η Πεπέ με μουτζουρωμένο πρόσωπο και φτάνοντας στο λύκειό της πέφτει κατά πρόσωπο με τον λυκειάρχη της τον Κων Καν ευχάριστος, φιλεύσπλαχνος και λογοτέχνης. Κοιτάει πένθιμα την Πεπέ και σαν να’χε βαρίδια, κουνά το κεφάλι του:
― «Λευκή συνείδηση και μαύρη όψη η Πεπέ και η επανάσταση! Λοιπόν τι σόου ετοιμάζεις πάλι;».
Ως άλλος σαρκαστής μαύρος Ντάφυ, η Πεπέ απάντησε:
― «Τα έβαψα μαύρα για να μην λερώνονται εύκολα και για να πενθώ αυτούς που με βλέπουν!».
Το φιλοσοφικό πνεύμα της Πεπέ πάντα σε εγρήγορση, αλλά και πάντα τραγικό μέσα στις εξάρσεις της ευθυμίας.
Και τώρα η προετοιμασία, που έμοιαζε με επισκευή πολλά στραπατσαρισμένου ονείρου, είχε ως εξής: Πρώτον αλείφτηκε από πάνω μέχρι κάτω με ξύδι, δεύτερον τράβηξε την κίτρινη κουρτίνα απ’το παράθυρό της και την πέρασε πάνω της ως αρχαιορωμαϊκή χλαμύδα - ένα πράγμα! Την στέριωσε με παραμάνες. Τρίτον, φόρεσε καφέ ανδρικές πλαστικές παντόφλες. Τέταρτον, κάρφωσε στα μαλλιά της, πάνω στις αφέλειές της κεντρικά στο κούτελο, ένα αντικέ σιδερένιο βατραχάκι απ’αυτά τα πανηγυριώτικα παιχνίδια φυλαγμένο εις μνήμην παιδικότητας. Πέμπτον,μασούλισε ωμή μία σκελίθρα σκόρδου. Αυτοθαυμάστηκε περιστροφικώς στον καθρέφτη της. Αυτοχτυπήθηκε στα γέλια κι έτρεξε στο ραντεβού του έρωτα.
Έξω απ’τον σινεμά, περίμεναν ο Αρχισυντάκτης και η κομποφανής παρέα του, αποτελούμενη από ενδιαφέρουσες -εικαστικά- ασχημόφατσες της διανοητικής παρανομίας και κάποιες πολυβαμμένες θεές υπερχαυνωτικά σέξι και υπερκαταναλωτικά επισκευασμένες.
Η Πεπέ, άνοιξε ένα άνετο χαμόγελο ως την πλάτη της! Ο Αρχισυντάκτης, έπαθε ένα κάτι μόλις αντίκρυσε το υπερθέαμα της
― «Τί ακριβώς έχεις ντυθεί;..δεν καταλάβαμε...»
― «Σέξυ!» απάντησε αυθορμήτως η Πεπέ.
― «Α, έχεις ντυθεί σέξυ;! Φοβάμαι μην διαμαρτυρηθεί ο οίκος Ντιόρ που του πρόφτασες την ιδέα...»
Η παρέα του Αρχισυντάκτη βογγούσε στα γέλια. Έβγαλαν τα μικροσημειωματάρια τους και κράτησαν δυο-τρεις σχετικές εμπνευσούλες τους της κακιάς ώρα εμπνεύσεις υποθέτουμε, όπως είναι οι περισσότερες, αν όχι όλες, εμπνεύσεις των λογοτεχνών που δεν εννοούν να καταλάβουν πια αυτό που διατυμπανίζει η Κάθυ Αθέου δια στόματος Πεπέ Όλι:   «Η τέχνη δεν είναι εκτονωτικό παραλήρημα, είναι γνώση!»
Εξακολουθούσαν όλοι της συντροφιάς να κοιτούν την Πεπέ σαν δεινόσαυρο σε σμίκρυνση. Ο Αρχισυντάκτης έκανε τις συστημένες συστάσεις:
― «Από εδώ η μέλουσα γυναίκα μου! Αντιπρόσωπος την συμπαντικής ομορφιάς! Προς το παρόν κομπάρσα, αλλά λίαν συντόμως θα ωχριά μπροστά της η Σοφία Λορέν*
― «Ο Ντεπαρτιέ, Αρχισυντάκτα μου! Σαυτόν θέλω να μοιάσω, όχι στην Λορέν...» διόρθωσε χαριτωμένα όσο να πεις, η Πεπέ.
― «Καλά... Λοιπόν λίαν συντόμως θα ωχριά μπροστά της ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ*! Ένα χειροκρότημα για την γυναίκα μου την Πεπέ Όλι!»
Τα τσιράκια χειροκρότησαν κι η Πεπέ έκανε μια υπόκλιση πιο βαθιά κι απ’του Χατζηαβάτη κι ευθύς άρχισε να τους φιλάει όλους με τάχα ακράτητη συγκίνησηη μπόχα απτο σκορδόξυδο της, τους έφερε αναγούλα και επικίνδυνη ταχυκαρδία
― «Θα ξεράσω! Πού το πέτυχες αυτό το είδος..; » μουρμούρησε ο είς εκ των ακριδοειδών δημοσιογράφων στο αυτί του Αρχισυντάκτη που αποσαφήνισε:
― «Ούτε κι εγώ ξέρω ακριβώς...»
Κάθησαν με την πρέπουσα σειρά στις πάνινες καρέκλες του σινεμά η Πεπέ δίπλα στον Αρχισυντάκτη «της» και δίπλα στον Αρχισυντάκτη «της» μία Θεά και δίπλα απ’την Θεά κι άλλη Θεά κι άλλη δίπλα στην άλλη και πέταξαν τα μπούτια τους εις κοινή θέα οι θεότητες... Η μία εξ αυτών, τα άπλωσε πάνω στον Αρχισυντάκτη που άρχισε να τα χαϊδεύει με πρόθεση να πληγωθεί το ερωτικό συναίσθημα της Πεπέ, η οποία όμως ατάραχα απλώς τακτοποιούσε την... χλαμύδα της.
Ο Αρχισυντάκτης είχε πάθει μετρίως δύσπνοια απ’το ξύδι, το ανάμικτο με το αγιόκλημα του θερινού σινεμά...
― «Τί σούρθε και λούστηκες με ξύδι; ... σου’χε τελειώσει η κολώνια...;»
― «Για τα κουνούπια Αρχισυντάκτα μου! Για τα κουνούπια! Δεν το ξέρεις πως το ξύδι διώχνει τα κουνούπια;!»
― «Το ξέρω που να μην τοξερα!» μούγκρισε...
Η Πεπέ σηκώθηκε κι ανακοίνωσε πως θα πάει στo μικρομάγαζο να φέρει κάτι να τσιμπάνε όσο θα βλέπουνε το έργο. Η παρέα δεν ήθελε τίποτα, αλλά η Πεπέ πήγε και φορτώθηκε την μισή καντίνα γέμισε τέσσερεις πλαστικές σακούλες πράγματα.
― «Τί έκανες εκεί...; ...προμήθειες για εκστρατεία;!» μίλησε με το γνώριμο  σπινταριστικό του ύφος ο Αρχισυντάκτης.
― «Ε, να’χουμε κάτι να τσιμπάμε».
Μοίρασε στην παρέα το περιεχόμενο των τεσσάρων σακουλιών και κράτησε για ελόγου της ένα μεγάλο σακούλι πατατάκια αλατιού και μια φιάλη κόκα κόλα λίτρου!
― «Δεν έφερνες κι ένα σωλήνα να ρουφάς...! Θα σου πέσει κοντό το καλαμάκι...» καυτηρίασε ο Άυλος «της»
― «Θα πίνω απ’ το στόμιο. Μην μου στεναχωριέσαι Αρχισυντάκτα μου».
― «Θα προσπαθήσω...!»
Το κοινωνικό έργο ξεκίνησε. Η παρέα στήλωσε μάτια κι η Πεπέ στην πρώτη κι όλας σκηνή που ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σωληνοποιημένος στην εντατική, ρίχνει ένα ξεκαρδιστικό γέλιο πουκανε να ανατριχιάσουν άπαντες.
― «Τί γελάς χριστιανή μου;» την επέπληξε ο Άυλός «της».
― «Για την εντατική... Αφού το πλάνο δίχνει την βαλβίδα της φιάλης οξυγόνου κλειστή κι αυτός ο κακομοίρης φορά μάσκα οξυγόνου, σημαίνει πως το έργο είναι κωμωδία...!»
Ο Αρχισυντάκτης την κοίταξε πλάγια συλλογίστηκε πως "πράγματι σ’ αυτήν την πολυδιαφημισμένη ταινία υπερπαραγωγής, υπήρχε αυτό το λάθος που δεν πρόσεξε ποτέ κανείς πλην τής Πεπέ του". Αναρωτήθηκε τί διάβολο μπορεί να συμβαίνει; Πώς και αυτό το αλλόκοτα ντυμένο πράγμα δίπλα του είδε βλέποντας! Κι επειδή ο Αρχισυντάκτης αγαπούσε τους ευφυείς, έπιασε τρυφερά, σχεδόν ερωτικά, το χέρι της Πεπέ, που ρίγησε αλλά και που ήταν αποφασισμένη να το φτάσει μέχρι τέλους!
― «Πολύ σοβαροφανές δεν είναι Αρχισυντάκτα μου το έργο;»
― «Σκάσε επιτέλους Πεπέ να δούμε και καμμιά εικόνα...»
― «Καλά Αρχισυντάκτα μου...»
― «Κι επιτέλους Πεπέ αγκάλιασέ-με!»
Τί τοθελε να το ξεστομίσει ;! Πάραυτα η Πεπέ έστρεψε την σκορδόξυδη της οντότητα κατάστηθα του Αρχισυντάκτη «της», τον γράπωσε σαν σακί με τεύλα και καρφώθηκε πάνω του με ένα σφυρικτικό φιλί χωρίς ανάσα. Μάταια ο Άυλος προσπάθησε να απολυτρωθεί απ’ το γερακίσιο νύχιασμα του έρωτα ο έρωτας είχε κολλήσει πάνω του ως καλοθρεμένη βδέλλα και τον φιλούσε απνευστί. Έτσι κι εγένετο το, περίπου, μοιραίο κακό η καρέκλα του Αρχισυντάκτη έφερε τα όπισθεν και πάνω του η αμετανόητη Πεπέ να εξακολουθεί το φίλημα το ολόιδιο με τελευταίον ασπασμόν.
Ας μην μεταδώσουμε ακριβώς το κινηματογραφικό ρινκ: γέλια, ζητωκραυγές, γιουχαρίσματα και ψιθυριστά σχόλια κάθε τύπου κι όλα σε βάρος του άναρχου αθλητικοειδούς και διανοητικού διαχειριστή Αρχισυντάκτη Άυλου που άργησε να βρει γυναίκα, αλλά βρήκε.. τρομάρα του.
Σαν από βάθος κόσμου ακούστηκε η απελπισμένη φωνή του Αρχισυντάκτη:
― «Πάρτε αυτήν την τρελλή από πάνω μου!» άπαντες έσπευσαν προς βοήθεια και τον ανέσυραν κακήν κακώς στραπατσαρισμένο και ξυδοσκορδομυρισμένο.
Η ροή του έργου συνεχίστηκε -ας πούμε κανονικά- κι εκεί προς το τέλος του κι εκτός οθόνης, έγινε κάτι αναπάντεχα ρομαντικό ο Αρχισυντάκτης έσυρε τα μακριά του δάκτυλα στη μουσούδα της Πεπέ κι η Πεπέ ως πολυκαιρισμένη Δουλτσινέα* έκλεισε ένα φιλί στην παλάμη του. Η φάση αυτή έμεινε ψυχαναλυτικώς ανερμήνευτηβιογράφοι είμαστε δεν μπορούμε να τα ξέρουμε κι όλα...υπάρχουν και άδυτα συναισθήματα ακόμα και στα δύο αυτά τέρατα της διανοητικής εγκλειστικής τέχνης!
Λίγο πριν καληνυχτίσει ο Αρχισυντάκτης την Πεπέ «του» έξω απ’το υπ’αριθμόν 13 μικροσκοπικό της διαμέρισμα, την ρώτησε:
― «Πάντα με κουρτίνα ντύνεσαι στις επίσημες εξόδους σου;»
― «Καμμιά φορά φορώ και την πετσέτα μπάνιου...»απάντησε νηφάλια και με ύφος βαθιά σκωπτικό η Πεπέ κι ο Αρχισυντάκτης έβγαλε απλώς ένα πολλά σκεπτόμενο, κοφτό σαν υφέρπουσα απειλή:
― «Χμμ!»
Στην κάμαρη της, όλα παραμόνευαν τις κινήσεις της αδημονούσαν να μάθουν ειδήσεις περί της εξόδου της κι η Πεπέ με σεβασμό στον ασάλευτο μικρόκοσμο της ύλης, άρχισε να αφηγείται είπε άπαντα τα καθέκαστα κι όταν το Αρχισυντακτικόν παραλήρημα έλαβε τέλος, αποφάσισε ως ευφυής εγκληματολογική συντάκτις να αφοσιωθεί σε μια μελέτη περί κατασκοπείας που ετοίμαζε προς δημοσίευση εδώ και καιρόεξέταζε τους λεγόμενους «διανοητές του Κέιμπριτζ»* μια ομάδα σπουδαστών που εξελίχθηκαν σε μυστικούς πράκτορες της Κα Γκε Μπε ο Κιμ Φίλμπι, ο Άντονι Μπλαντ, ο Γκάι Μπέρτζες, ο Μακλέιν κι ο κορυφαίος Τζον Κέρνκρος η λεγόμενη «μεγάλη πεντάδα» οι οποίοι αρνήθηκαν να συνταξιοδοτηθούν το 1941 και συνέχισαν την δράση τους κατά της καπιταλιστικής και φασιστικής φόρμας, με σύνδεσμο τον Ρώσσο πράκτορα Ανατόλι Γκόρσκι.
Στο μεταξύ ο Αρχισυντάκτης προσέφερε την  υπόλοιπη νύχτα του στην ευθυμία των φίλων σε πριβέ -νομίζουμε-  ημιυπόγεια μικρομπάρ, όπου  ο κυανόμωβος φωτεισμός έχει τον πρώτο εικαστικό λόγο. Παρόλο που το πιόμα, του καυτηρίαζε λυτρωτικά την πεσμένη του ψυχολογία,   ένιωθε κάπως τα αστεία που στριφογύριζαν από στόμα σε στόμα σε βάρος της Πεπέ, είχαν πάψει να τον διασκεδάζουν κι έπιασε τον εαυτό του, κάμποσες φορές, να προσπαθεί να δικαιολογήσει το προφίλ της:
― «Α, είναι πανέξυπνη... Νομίζω πως δεν ντύνεται έτσι... τοκανε με σχέδιο προκλητικής σαρκαστικότητας...»
― «Έλα βρε Άυλε... Ντύθηκε με κουρτίνα για πλάκα θα μας πεις τώρα... Και το σκόρδο που βρωμοκόπαγε;.. Η γυναίκα είναι μισόχαζη κι εδώ που τα λέμε σε έκανε ρεζίλι των σκυλιών..»
Εδώ τα πήρε κρανιοδιασταλτικώς ο Αρχισυντάκτης:
― «Το απόλαυσα! Δεν με έκανε καθόλου ρεζίλι... Είναι έξυπνη κι ωραιότατη ... α!  ούτε κρέμα στην φάτσα της! Να το πούμε! Τώρα τα σκόρδα, τα ξύδια, τα κουρτινόξυλα και τα σχετικά, ήταν κάποια πονηριά της... Κάτι μου ετοιμάζει! Πάω στοίχημα! Αλλά θα την κάνω να λυσσάξει! Αν ήταν χαζή θα της φαιρόμουν άριστα, αλλά επειδή είναι πανέξυπνη αρκούδα θα μου το πληρώσει!»
― «Αρχισυντάκτα, σαν ερωτευμένος κάνεις...!» παρατήρησαν με προειδοποιητική καχυποψία οι φίλοι, αλλά εκείνος σκληρά αποσαφηνιστικός  είπε και ελάλησε:
― «Ε, όχι και να ερωτευτώ αυτό το πράγμα!»
Το’πε και προφανώς το εννοούσε, αλλά τα προφανή είναι πάντα αφανή, λέμε εμείς οι βιογράφοι που δεν χάνουμε τις ελπίδες μας να αξιωθούμε κάποτε να καταγράψουμε έναν τέτοιο ιστορικό έρωτα!
Ο Αρχισυντάκτης που εξακολουθούσε να νιώθει κάπως, βιάστηκε να αναχωρήσει απ’την φιλοσοφική μάζωξη και επέστρεψε στο μικρό του χώρο, όπου και τον υποδέχτηκαν άδειες κρασομποτίλιες ξαπλωμένες σαν από προηγούμενο ξενύχτι κουρασμένα σώματα κατάχαμα...
Έπιασε μια απ’αυτές και την στράγγιξε στο στόμα του οι μερικές της κρασοσταγόνες είχαν ξυδιάσει και δεν  “του είπαν τίποτα αποφάσισε ν’ανοίξει μια καλογεμισμένη μπουκάλα φθηνό ουίσκυ και να την φθάσει άσπρο πάτο...  Το έπραξε, αλλά ακόμα ένιωθε κάπως.
Αυτό το κάπως τον έκανε να σχηματίσει το τηλεφωνικό αριθμό της Πεπέ, η οποία, βρισκόταν ακριβώς στο μέσον της κατασκοπευτικής της μελέτης.
― «Πεπέ... κάθαρμα...» όχι, δεν μας φάνηκε ήταν στ’αλήθεια ερωτικός μην σας ξεγελά το κάθαρμα... είναι ζήτημα έκφρασης το κάθε βάθος και το κάθε πλάτος των ειπωμένων μας...
Η Πεπέ αρκέστηκε να χαμογελάσει, αλλά πίεζε με την παλάμη το στήθος της μην την βρει καμιά απότομη ταχυκαρδιά κι είχε την εντύπωση πως αν συνέβαινε, θα’ταν τόσο δυνατή που θα ακουγόταν το καρδιακό μπαμ - μπουμ ως τα αυτιά του Αρχισυντάκτη της.
― «Τί κάνεις Πεπέ;...» εξακολούθησε τρυφερά.
Για μόνο μισό δευτερόλεπτο η Πεπέ σκέφτηκε να του πει: «Σ’ αγαπώ. Παράτα-με δεν θέλω να παίξω...», αλλά δεν το’πε κι ασφαλώς έπαιξε!
― «Ε, τί να κάνω Αρχισυντάκτα μου μετρώ κουφέτα με ολόκληρο αμύγδαλο και δένω τις μπουμπουνιέρες του γάμου μας... »
― «Α,έτσι; ...χμ... καλά Πεπέ, αφού το θες έτσι...» συγχύστηκε κι απείλησε ο Άυλος,αλλά η Πεπέ εξακολούθησε το αποβλακωτικό στυλάκι:
― «Ναι βέβαια.., έτσι το θέλω με κουφέτα που να’χουν ολόκληρο αμύγδαλο, μη μας πουν πως τσιγκουνευτήκαμε και το μύγδαλο... Αν και μεταξύ μας Αρχισυντακτάκο μου, όλοι αυτοί οι λεχρίτες δεν αξίζουν τόσο μύγδαλο... »
Ο Αρχισυντάκτης ξέσπασε σε γέλια κι η Πεπέ δεν άντεξε να κρατηθεί και γέλασε επίσης.
Αφού φχαριστήθηκαν γέλιο οι πνεύμονές τους, ο Άυλος ξαναθυμήθηκε να επιχειρήσει μια κάποια συναισθηματική σοβαρότητα:
― «Μ’αγαπάς Πεπέ;...»
― «Μα τι ερωτήματα είναι αυτά Αρχισυντάκτα μου; Εδώ, για να καταλάβεις, μια κατσαρίδα που έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο μου, δεν την σκοτώνω μόνο και μόνο επειδή την λένε Αρχισυντάκτη! Τέτοια αγάπη!»
― «Την κατσαρίδα λένε Αρχισυντάκτη;! Δηλαδή εσύ την βάπτισες Αρχισυντάκτη, για να συνεννοηθούμε...»
― «Όχι καλέ, την λένε Αρχισυντάκτη από φυσικού της δεν την βάπτισα εγώ..»
― «Μα δεν μου λες Πεπέ, είσαι τόσο καθυστερημένη ή νομίζεις πως θα με στείλεις ψυχιατρείο;! Απ’την μια παρατηρείς ένα σκηνοθετικό λάθος που ούτε ο σκηνοθέτης δεν το πρόσεξε κι απ’την άλλη λες κάτι αστοχίες που ούτε το πιο τσιμεντοκέφαλο δεν κατεβάζει! Είσαι τρελλή κυρά μου; Για να ξέρω να βρω τα χάπια σου»παρατσαντίστηκε ο Αρχισυντάκτης μας κι η Πεπέ έκανε τον ελιγμό της:
― «Αρχισυντάκτα μου, το ότι ο σκηνοθέτης ήταν πιο βλάκας από εμένα, αυτό δεν σημαίνει πως εγώ είμαι πιο έξυπνη από σένα, αλλά δεν νιώθω και τρελλή. Τώρα πώς γίνεται την κατσαρίδα να την λένε Αρχισυντάκτη, δεν ξέρω. Κι εγώ το άκουσα... »
― «Από ποιόν;!!!»
― «Από μια άλλη κατσαρίδα που φώναζε στην κατσαρίδα: Αρχισυντάκτα μην είσαι μαλάκας, αυτό που πας να φας είναι δηλητηριασμένο!... »
Στο άκουσμα αυτής της ατάκας, ο Αρχισυντάκτης, της βρόντηξε το τηλέφωνο κατάμουτρα. Έμεινε να βηματίζει νευρικός και κοπάνησε δυο ποτήρια ανέρωτο ουίσκυ για να συνέλθει- αλλά δεν συνήλθε. Ξεράθηκε στο σγρουμπιασμένο στρώμα, σχεδόν παραμιλώντας:
― «Πεπέ κάθαρμα...»
 Όσο για την Πεπέ, φίλησε νοερώς τον Αρχισυντάκτη της και  δεν χωρά αμφιβολία, συνέχισε επί της αντικατασκοπείας των διανοητών του Κέιμπριτζ.

Η επόμενη ημέρα τούς βρήκε και τους δύο να καταστρώνουν πολύπλοκα σατανικά σχέδια αλληλοεξόντωσης!
Ο Αρχισυντάκτης τηλεφώνησε και κοφτά τής είπε:
― «Θα επισπεύσουμε τον γάμο. Να είσαι σοβαρή ως εκείνη την ημέρα!»
Ως απόλυτη διαβεβαίωση της σοβαρότητάς της, η Πεπέ, ξεσηκώθηκε πάραυτα και κατέφθασε στην πλατεία Κουμουνδούρου όπου άρχισε να μοιράζει χαρτονομίσματα σε Πολωνούς, Αλβανούς και Ρουμάνους που περίμεναν με τις μπατανόβουρτσες λαβαροστημένες να πετύχουν κανένα μεροκάματο στους αρχοντόβλαχους αστοποιημένους Έλληνες...
― «Πού θα βάψουμε;» ρώτησαν οι άνθρωποι του θεού.
― «Δεν θα βάψετε. Θα τραγουδήσετε!» τους ξεκαθάρισε, κι οι μετανάστες δεν είχαν καμμιά αντίρρηση.
Τους συγκέντρωσε, και μπρος αυτή με μια γκρίζα ενσάρπα κι ένα εμπριμέ φουστάνι κλαρωτό, και πίσω το μεταναστευτικό κίνημα με τις μπατανόβουρτσες και τα ντενεκέδια, όδευσαν περιχαρείς για τα γραφεία της εφημερίδας: «Τελευταία Βοήθεια» όπου ο Αρχισυντάκτης Άυλος είχε κρισιμότατη σύσκεψη.
Μπούκαραν μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων και μπρος στην αβάσταχτα εμφραγματική κατάσταση του Αρχισυντάκτη, ξεκίνησαν την χορωδία το άσμα είχε επιλεχθεί απ’ τα άπαντα του Βαμβακάρη η Γαϊτανοφρυδούσα έλαβε φωνητική θέση:

«Έλα να πάμε εκεί που λες
που κάνουν τα πουλιά φωλιές.
Έλα να πάμε εμείς τα δυο
σ'ένα αέρι δροσερό.

Έλα να πάμε ταίρι μου
κι ας φέρουν το χαμπέρι μου.
Έλα να πάμε μάτια μου
κι ας φέρουν τα κομμάτια μου...

Έλα να πάμε στο νησί
η μάνα σου, εγώ κι εσύ.

Έλα να πάμε ρούσα μου
και γαϊτανοφρυδούσα μου.

Έλα το γρηγορότερο
να σ'αγαπήσω πιότερο.
Έλα να πάμε εμείς τα δυο
σ'ένα αέρι δροσερό...»

Αυτό ήταν εκτός εαυτού κι ενδυμάτων ο Αρχισυντάκτης μας άστραψε και βρόντηξε πετούσε διάφορα τασάκια, στυλογράφους,  αναλόγια, για να κλείσει το στόμα της η Πεπέ, αλλά τίποτα.
Εκεί στο φινάλε της «γαϊτανοφρυδούσας», ατμοβριθής σάλταρε, άρπαξε την Πεπέ απ τα πλούσια μαλλιά της και της άστραψε κάτι χαστούκες, που περιγραφή δεν επιδέχονται. Φλάτς - φλούτς πάνω από έξι κομμάτια φάπες μετρήσαμε.
Περιμέναμε να συμβούν τα χειρότερα, αλλά είδαμε την Πεπέ, να συμμαζεύεται απ’το ξεμάλλιασμα και να λέει με το πλέον ηλίθιο ύφος:
― «Τί Καλέ μου;.. δεν σου άρεσε η γαϊτανοφρυδούσα;... Καλά, άκου αυτό...» και το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε, με απίστευτη ψυχραιμία άρχισε να τραγουδά :

«Σύρτε και φέρτε τον παπά
να πω τα κρίματά μου,
δεν θέλω άλλα φάρμακα
κι άλλους γιατρούς κοντά μου...

Χτύπα Παπά μου θλιβερά·
χτύπα το σημαντήρι,
απόψε θα στραγγίσω πια
του πόνου το ποτήρι.

Χάρε με το δρεπάνι σου
έμπα στο φτωχικό μου
μόνο το μνήμα το βαθύ
θα γιάνει τον καημό μου..»

«Ε, » είπαμε «.. πάει, ως εδώ ήταν η ζωή της Πεπέ, θα την σκοτώσει ο Αρχισυντάκτης Άυλος!» Κρατήσαμε τις αναπνοές μας και περιμέναμε να συμβεί το άραχνο μοιραίον. Αυτό που είδαμε, ήταν υπεράνω κάθε φαντασίας ο Αρχισυντάκτης σήκωσε το χέρι του να σφαλιαρίσει εκ νέου την Πεπέ που τον κοιτούσε απαλά μέσα στα μάτια, κι έτσι πριν συνειδητοποιήσουμε τί στο καλό φονικό θα εγένετο, είδαμε τον έξαλλο Αρχισυντάκτη να βάζει τις παλάμες του στο πρόσωπό της σφιχτά - σφιχτά, να γέρνει απότομα  και να την φιλά καρφωτά στο στόμα.Τί στον δαίμονα; ταινία δεκαετίας του ’70 με την Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ βλέπαμε;! Μετρούσαμε δευτερόλεπτα διάρκειας. Το φιλί ήταν δίλεπτο επιμένουμε. Ύστερα, ο ανήρ της οικογένειας διέταξε:
― «Και τώρα, σπίτι αμέσως! Και ξεφορτώσου αυτούς τους μετανάστες μη σε δω μαζί τους σε τίποτα ρούγες θα σε τσακίσω!»
Η Πεπέ υπάκουσε. Η συνεδρίαση όμως δεν συνεχίστηκε όσο να πεις, η κατάσταση είχε γίνει μπάχαλο.
Οι ελπίδες μας αναπτερώθηκαν λίγο και θα πιστεύαμε πως ο Αρχισυντάκτης Άυλος κι η Πεπέ Όλι θα τύχουν βίου ανθόσπαρτου και θα εύρισκαν επιτέλους τα πραγματικά τους ονόματα, τα χαμένα στην δίνη του χρόνου...  Καλά, ένα αστείο είπαμε...
Ο Αρχισυντάκτης, κατευθείαν μετά το φιλί που επισφράγισε τον πλέον θεατρικό έρωτα της κοσμικής ιστορίας, κάλεσε τους ευσεβείς -κατά τα λοιπά- συνεργάτες του και τους είπε το και το:
― «Δεν πάει άλλο μ’αυτήν την λέρα την Πεπέ! Θα της κάνω τέτοιο κάζο να το θυμάται! Το λοιπόν, θα της ζητήσω να με συνοδέψει στην εκπομπή με τα πολιτικά τέρατα που παρουσιάζω ως Αρχισυντάκτης του συνειδησιακού εγκλήματος! Χμ.. θα την βάλω λοιπόν να διαγράφει κύκλους μαζί με το κυβερνόν κουτσό αρκούδι!»
― «Μα θα δεχτεί να το κάνει;» απόρησαν οι κεκαλυμμένοι αχρείοι της φέρουσας χίλια τόσα πλέον τραύματα ελληνικής κουλτούρας..
― «Φυσικά! Ο μέλλοντας σύζυγός της θα το απαιτήσει, όχι ο οποιοσδήποτε! Από σας θέλω να την έχετε στο μάτι του κυκλώνα θα παρευρίσκεστε όλοι κι ο τελευταίος διορθωτής ακόμη! Θέλω μάζωξη! Με το που θα μπει στο πλατό θα την περιλούσετε με κόκκινη μπογιά... αυγά.... λεμονόκουπες.... γενικώς.. βάλτε την φαντασία σας να δουλέψει... δεν ξέρω... Κάντε της βασανιστήρια αυτό θέλω μόνο...αλλά.. αλλά μην την κτυπήσετε κατά λάθος...»
― «Να την κτυπήσουμε εξεπίτηδες;» ρώτησε ένας εκκολαπτόμενος διάσημος.
Φρικιάστηκε ο Αρχισυντάκτης:
― «Όχι βρε ζώον! Μην την κτυπήσετε σου λέω! Ούτε εξεπίτηδες, ούτε κατά λάθος!»
― «Ε, λίγο ας πονέσει...» είπε κάποιος.
― «Καθόλου!» ξεκαθάρισε ο Άυλος «Καθόλου να μην πονέσει! Ούτε μια τρίχα απ’τα μαλλιά της να μην κοπεί!» την ώρα που έλεγε ταύτα ένιωσε πάλι κάπως... ξεφύσηξε, έφερε δυο τρεις γύρες απ’το ξυλογραφείο του, ρούφηξε πεντέξι γουλιές κονιάκ και κατέληξε:
― «Τίποτα! Μην της ρίξετε τίποτα ούτε μπογιές, ούτε λεμονόκουπες, ούτε ομελέτες... Τίποτα.... Απλώς να την γιουχάρετε... αυτό!» παρ’όλο που μετρίασε έως εξαφάνισε τα βασανιστήρια, και πάλι ένιωθε κάπως... Τί σόι κάπως ήταν αυτό;... δεν μπορούσε να εξηγήσει...

Έτσι, στο πάνω και στο κάτω μιας ανερμήνευτης ψυχολογίας και των δύο εμπλεκόμενων στην υπόθεση του ασαφή έρωτα, έφτασε η νύχτα της ζωντανής εκπομπής. Η Πεπέ ετοιμάστηκε αφήστε καλύτερα να μην πούμε το πώς!!! Φόρεσε, αυτή τη φορά, καπέλλο με ένα τέτοιο τεράστιο φτερό που λόγω τιμής κινδύνευε ο οποιοσδήποτε να του βγάλει το μάτι! Κατά τα άλλα, έδειχνε φυσιολογική - τρόπος του λέγειν.
Το πλατό γιάλιζε κι η Πεπέ αναγούλιασε από ζαλάδα,αλλά εμπρός εις την μάχην τραβά. Βήμα αέρινο,  καπετανάτο, με το φτερό καρφί να υψούται και να χαιρετά το πλήθος που γιουχάριζε ανηλεώς.
Ο Αρχισυντάκτης τέντωσε τα φρύδια έβλεπε καλά ο άνθρωπος; ναι πολύ καλά το φτερωτό τέρας ήταν μπροστά του
― «Ιδού η μέλλουσα γυναίκα μου» έδειξε το πράμα και διέταξε: «Χειροκροτήστε!»
Η Πεπέ υποκλίθηκε κι έμοιαζε στον Λουί Ντε Φινές* όταν υποδύθηκε αλησμόνητα τον «ταρτούφο» υποκλινόμενος με στολή παγωνιού.
Τα χειροκροτήματα τσάκιζαν τις παλάμες, τα γιουχαρίσματα ξέσκιζαν τα στόματα, τα κατάπληκτα βλέμματα έκβαλαν οφθαλμούς πανικός το Σαββατόβραδο, να το πούμε;
― «Ας παίξουμε!» έλαβε πρωτοβουλία η Πεπέ και κουτρουβαλιάζοντας έφτασε στα πόδια του Αρχισυντάκτη της όπου δείχνοντάς τον απ’την μέση και κάτω, απευθύνθηκε στο κοινό των πολιτικών τεράτων λέγοντας βραχνά: «Έχει πεντακόσσια πορτοκαλιά χαρτονομίσματα όποιος απαντήσει, τι χρώμα εσώρουχο φορά ο μετρ του έρωτα Αρχισυντάκτης Άυλος;!»
― «Είσαι μουρλή χριστιανή μου;» ψιθύρισε ο Άυλος, αλλά απάντηση δεν έλαβε διότι το εξαγριωμένα φιλοχρήματο κοινό ούρλιαζε ευδαίμονα και κάθε άλλη ήπια φωνή ναυαγούσε.
Οι προτάσεις έπεφταν αράδα: «χακί», «μαύρο», «κόκκινο», «άσπρο», «ροζ», «εμπριμέ», «τιρκουάζ», «κίτρινο», «πράσινο», «με βούλες».
Η Πεπέ επέβαλε την τάξη:
― «Για σκασμός! ..Το λοιπόν, δέκα κομματοποιημένοι παίχτες να έλθουν μπροστά... Ένας, δυο, τρεις,...» κι άρχισε μετρώντας κεφάλια να διαλέγει τις πιο άθλιες φάτσες.
Οι φιγούρες, ως ιδεολογικοί αντιπρόσωποι όλων μα όλων των πολιτικών κομμάτων, στάθηκαν σειρά με μπλεγμένα  όπισθεν τα χέρια και με την κλαυθμηρή χρηματολαγνεία μέσα στα μάτια τους να ερπύζει σπινθηριστικά. Η Πεπέ τους κοίταξε με ακατέργαστη θλίψη «τα ευτελή ανθρωπάκια»· σκέφτηκε πενθώντας τους ειλικρινέστατα.
― «Λοιπόν· στα κουμπιά τα κουλά σας με το τρία, ο πρώτος με την σωστή απάντηση... Προσέχτε όμως, όποιος δεν απαντά σωστά θα έχει ποινική ρήτρα μια φτυσιά στα μούτρα και δυο ξεγυρισμένα χαστούκια απ’το ρημαδάκι μου... Είναι κανείς που θέλει να αποχωρίσει..;»
Ουδείς δεν σάλεψε όλοι ήσαν έτοιμοι, υπέρ βωμών και εστιών χρήματος, να δεχτούν δημόσια χαστούκια και μια φτυσιά κατάφατσα.
Ο Αρχισυντάκτης Άυλος, κατευθείαν μπήκε στο φιλοσοφικό κλίμα -μη χάσει- βροντοφώναξε:
― «Εμπρός βαρβάροι! Θα σας δείξω τον κώλο μου αφού τον θέτε και θα πληρωθείτε γι’αυτό, ενώ μάλλον θα έπρεπε να πληρώσετε για να έχετε τέτοια τιμή!» επ’αυτού συμφωνούσαμε οι βιογράφοι κι η Πεπέ επίσης.
Ο χρόνος μετρούσε ένα, δύο, τρία! Μπιπ! Ο πρώτος παίχτης, ένας κοντός με ριγμένο ομφαλό να προεξέχει της μπλούζας του, μίλησε και είπε:
― «Κόκκινο!»
Η Πεπέ τον πλησίασε τον άρπαξε απ’τον γιακά, του εκτόξευε ένα παχύ ρόχαλο και του ζβούριξε δυο χαστούκια που είδε τον κόσμο σε τραμπάλα.
Το κοινό εξέφρασε διαμαρτυρία:
― «Πώς το ξέρεις Πεπέ ότι το βρακί του Αρχισυντάκτη δεν είναι κόκκινο;!»
― «Αυτό μάς έλειπε! Να μην ξέρω εγώ τί βρακί φορά ο άντρας μου;!» σωστό, όσο να πεις.
Ο Άυλος χαμογέλασε και σχολίασε:
― «Ε, βέβαια! Αυτή με ντύνει και με γδύνει!»
Ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος, ο όγδοος, ο ένατος παίχτης έφαγαν κι αυτοί τα τριζάτα χαστούκια και τις τσουχτερές ροχάλες τουςείχε πιαστεί το χέρι της Πεπέ να βαράει και κόντευε να πάθει αφυδάτωση απ’τις φτυσιές.
Ο δέκατος παίχτης, ήταν μια δεσποινίδα εντελώς ξέκωλο της μόδας είπε:
― «Το εσώρουχο του Αρχισυντάκτη είναι με βούλες!»
―  «Τί χρώμα βούλες;» ρώτησε η Πεπέ και κινήθηκε απειλητικά.
― «Εεε, κόκκινες... όχι .. μαύρες... εεεε»
Δεν υπήρξε άλλο «εεεε»η Πεπέ την άρχισε στα χαστούκια και νομίζουμε πως της έδωσε παραπάνω από δύο.
Το κοινό ούρλιαζε  οι 25 χιλιάδες ευρώ σε 500 πορτοκαλιά χαρτονομίσματα είχαν παραμείνει κάσα! Αυτό κι αν ήταν πένθος για τον σκεπτόμενο τηλεόπληκτο λαό! Οι φωνές αγρίευαν:
― «Τί χρώμα είναι λοιπόν το σώβρακο του Αρχισυντάκτη Άυλου;»
― «Άσπρο» απάντησε με ήρεμη σιγουριά η Πεπέ.
― «Μήπως πραγματικά με ντύνεις εσύ και δεν το θυμάμαι λόγω πιόματος..;» της ψιθύρισε ο Αρχισυντάκτης και της χαμογέλασε - πάλι.
― «Γδύσου!» του είπε αντί άλλης απαντήσεως η Πεπέ.
Ο σταθερά ευγενής, αλλά και φιλοσοφικά θρασύς  Αρχισυντάκτης Άυλος έδειξε τα οπίσθιά του στον παμφάγο λαό και το κοινό αίσθημα ικανοποιήθηκε! Το εσώρουχο ήταν άσπρο!
― «Μπράβοοοο! Άξιος!» σάρωσαν ιαχές όλες τις πλευρές του πλατό.
― «..Να δούμε τί θα πει και το πρωθυπουργικό γραφείου τύπου...» σχολίασε, αλλά αδιάφορα, ο εντριβής στην ψυχραιμία, Αρχισυντάκτης Άυλος ο Πρώτος!
Η εκπομπή με αυτά και με τα άλλα συνεχίστηκε κι επιτέλους τέλειωσε. Σημειώνουμε πως τα γιουχαρίσματα κατά Πεπέ ήταν ποσότης αμελητέα μπροστά στις συνέπειες που υπέστη ο Αρχισυντάκτης για να μην αφήσουμε απορίες λέμε πως το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο έκοψε, την επομένη κιόλας μέρα, την εκπομπή των πολιτικών τεράτων, κι όλα τα κανάλια έδειχναν, πρώτο πλάνο, τα οπίσθιά του, μεταφέροντας την σκανδαλώδη είδηση.
Παρά τον χαμό και την ταραχή που έδειχνε να λαμβάνει χώρα στην ζωή του Αρχισυντάκτη, εκείνος επέμενε να αφοσιώνεται ψυχοσωματικά στο σοβαρό ερώτημα: «Πώς η Πεπέ ήξερε το χρώμα του εσωρούχου του;» ουδέν άλλο πρόβλημα τον απασχολούσε! Μη χειρότερα...

Για περίπου ένα πενταήμερο η Πεπέ κι ο Άυλος, δεν βρέθηκαν και δεν επικοινώνησαν έβραζαν ωστόσο και κατέβαζαν την μια πίσω απ’την άλλη τις ιδέες περί του πώς θα γελοιοποιήσουν ο ένας τον άλλον, αλλά χωρίς να βλάψουν ανεπανόρθωτα ο ένας τον άλλον. Αυτό ήταν το αδιέξοδό τους δεν είναι διόλου εύκολο να πονέσεις κάποιον χωρίς να τον.. πονέσεις! Έψαχναν να βρουν έναν πόνο απαλό και γλυκό και νανουριστικό που να ασφαλίζει στο παρά ένα του τσακίσματος δηλαδή να φανταστούμε μια μπάλα που κυλά στον γκρεμό και σταματά χιλιοστά μόλις, στο άνοιγμα αυτό ακριβώς το συναίσθημα αναζητούσαν να προξενήσουν ο ένας στον άλλον μια αγωνία χωρίς όμως όλεθρο. Ακόμα κι οι ευφυείς σε κάτι τέτοιες έρευνες τα βρίσκουν σκούρα κι οι ιδέες τους μοιάζουν με κατακάθια του καφέ δυσκολοκινούμενα και βαρύγευστα.
Στην λήξη του πενταημέρου, με την διανοητική επέμβαση της ζοφεράς συγγραφέως Κάθυ Αθέου και του πολύτιμα άχρηστου Οράτιου Αγελάδη, είχαν κι οι δυο, Αρχισυντάκτης Άυλος και Πεπέ Όλι, αποφασίσει να μην κάνουν απολύτως τίποτα και να αφήσουν το αστείο τους να εξατμιστεί στην λήθη. Όμως ένιωθαν κάπως...
Η Κάθυ Αθέου κι ο Οράτιος Αγελάδης είχαν συνάψει ιδεολογική ανακωχή όπου δεν παρέλειπαν να επικρίνουν χλευαστικά την ανατρεπτικότητα της Πεπέ και να τρωγοπίνουν αντάμα με κοιλιόδουλο θράσσος
― «Αγαπητή Κάθυ, δοκίμασε ετούτο το πλοκαμάκι χταποδιού... α, κι οπωσδήποτε αυτό το τραγανό γαριδοπόδαρο... Τρώγε αγαπητή μου...Τρώγε! Εγώ πληρώνω!» σαφής ο Οράτιος.
Χου χου και χα χα, Οράτιος Αγελάδης και Κάθυ Αθέου, είχαν διαβρώσει τόσο το πάθος της φαντασίας που αυτό κατέρρεε, έτσι ώστε η Πεπέ Όλι κι ο Αρχισυντάκτης Άυλος να μοιάζουν δυσδιάκριτα στίγματα μιας άλλης, μακρινής κι ασύλληπτης πραγματικότητας...συνέχιζαν τα καθιερωμένα προγράμματά τους κι η καθημερινότητα έδειχνε παρηγορητικά ικανή να μπορεί να επιφέρει μια κάποια αμνησία, όμως ένιωθαν κάπως... Δεν μιλούσαν για τα γεγονότα, δεν απαντούσαν σε κανέναν σχετικά με τα διατρέξαντα, δεν παρουσίαζαν καμμία εξωτερική αλλαγή, όμως... ένιωθαν κάπως!

Βράδυ με υστερική καταιγίδα κι η Πεπέ στα μαύρα της τα ρούχα βγήκε στους εξαρχειώτικους δρόμους ήταν αποφασισμένη για ένα -ακόμα- πένθιμο τέλος με τον Αρχισυντάκτη της κι η καρδιά της διαμαρτυρόμενη την ρώτησε:
― «Μα γιατί δίνεις πάντα τέτοια θλιβερά φινάλε Πεπέ;»
― «Για να υπάρχει συνέχεια! Το ευτυχές τέλος δεν σε πάει πουθενά... είναι τέλος! Τελματώνεις το μυαλό σου στην ευτυχία. Ενώ η θλίψη..;! Α, η θλίψη, έχει πάντα τις προοπτικές της..!»
Η χαντακωμένη καρδιά της, δεν ήθελε να συμφωνήσει σ’αυτήν την λογική σκάλιζε το στήθος της και την πονούσε ας τον έβλεπε μια φορά ακόμα τον Αρχισυντάκτη της! Ε, λοιπόν, τί πείσμα κι αυτό;! Ας τον έβλεπε!
Η καταιγίδα τσουχτερή βάδιζε η Πεπέ χωρίς ομβρέλα, προστατευμένη όπως-όπως απ’τις μαρκίζες. Ανέβηκε την οδό Διδότου κι εκεί κάπου κοντά σ’ένα κουλτουριάρικο υπόγειο μπαράκι στάθηκε και κάθησε στο πεζούλι του, να κάνει τσιγάρο... Απ’το μαγαζί έβγαιναν αμυδρά τζατζίστικες συνθέσεις κι ομιλίες κοίταξε τους θαμώνες απ’την ημισκότεινη τζαμαρία εγκαταλελειμμένα πρόσωπα που κι όμως γελούσαν και φλυαρούσαν και αλληλοπειράζονταν μια περίεργη ευτυχία ρυθμισμένη, σκηνοθετημένη, ανέπνεε εκεί μέσα... 
Λίγο μετά η πόρτα του μπαρ άνοιξε με γδούπο και μια ψηλόχλομη σκουροντυμένη σιλουέτα πετάχτηκε σαν να την κυνηγούσε κάποιο ξωτικό. Η σιλουέτα σκόνταψε πάνω στην Πεπέ μπουρδουκλώθηκαν απερίγραπτα κι ως να ξελυθούν  υποχρεώθηκαν ο ένας να προσέξει τον άλλον...
― «Πεπέ!»
 ― «Αρχισυντάκτα...!»
Ήταν εκεί κατάχαμα, μισογονατισμένοι, περίπου σαν επτάρια κι οκτάρια σχήματα παιδικού αβάκιου, μουσκεμένοι μερικώς κι έκπληκτοι!
Τακτοποιήθηκαν κι έλαβαν το αποφασιστικό τους ύφος ως βετεράνοι του θεατρικού συναισθήματος, παραταύτα δεν έβγαλαν κιχ. Κάθησαν πλάι-πλάι στο πεζούλι και συνέχισαν το κάπνισμα με ένα στυλάκι: αργά τα βόδια μου.
― «Σκέπτομαι να κόψω το κάπνισμα και να νοικοκυρευτώ... τι λες να γίνει με τον... κανονικό γάμο μας;.. θα τον κάνουμε;» μίλησε κάποτε ο Αρχισυντάκτης.
― «Επιμένεις ε;» ανταπάντησε απειλητικά η Πεπέ.
― «Ε, μιας και είναι γραφτό μας, ας γίνει...» ειρωνεύτηκε άκακα ο Αρχισυντάκτης μας.
― «Ας γίνει!» συναποφάσισε η Πεπέ.
Αυτό ήταν! Εξ αφορμής ενός τοσοδούλικου ατυχήματος που τους επανασύνδεσε στην κατακλυσμιαία νύχτα, πήγαιναν ντουγρού για το μέγα δυστύχημα του.. κανονικού γάμου!
― «Ωραία! Αύριο θα ετοιμάσουμε τα χαρτιά μας, κι αμέσως παντρευόμαστε με τιμές και ρύζια!» έριξε την ιδέα ο Άυλος που άμα έκανε ένα κάτι,  το’θελε και ... ρυζωμένο - τρομάρα του.

Υπερπηδούμε τις λεπτομέρειες. Ετοίμασαν τα χαρτιά τους οι άδειες βγήκαν, μ’όλο που έπρεπε πολύ καλά να το σκεφτούν οι αρμόδιοι πριν να χορηγούν άδειες σε τρελλούς που θέλουν άμεσο εγκλεισμό σε ψυχιατρικά μπουντρούμια, αλλά συνηθίζεται στην Ελλάδα, αν είσαι τρελλός διάσημος να θεωρείσαι λογικός, κι αν είσαι λογικός άσημος να θεωρείσαι για δέσιμο. Τί να κάνουμε; θα δεχτούμε την παραφύση ροή της ιστορίας...

Ιδού λοιπόν το γαμήλιον "δεύτε τελευταίον ασπασμόν" ή  το ακριβές : Σήμερα γάμος γίνεται αετού με περιστέρα *- που θα’λεγαν κι οι κλαρινοτραγουδοποιοί.
Ο Αρχισυντάκτης είχε στηθεί στο κεφαλόσκαλο του Δημαρχείου, κολλαριστός, πριγκιπάτος, με πλήθος κομπάρσων φίλων οι οποίοι όλοι είχαν λάβει μία και απόλυτη διαταγή:
― «Εξολοθρεύστε την Πεπέ με ρύζι! Εγώ θα δώσω το σύνθημα! Προσέχτε,  να είστε δυναμικοί και γρήγοροι μην την αφήσετε να ανέβει σκαλί να με συνοδεύσει και βρεθώ παντρεμένος στα καλά καθούμενα!»
Τόνοι ρύζι, πρώτης ποιότητας, γλασέ και σπυρωτό ανάμικτα, ήταν συγκεντρωμένοι έξω απ’το Δημαρχείο κι ολόγυρα του Αρχισυντάκτη Άυλου, δημιουργώντας ένα προστατευτικό πλέγμα.
Απ’το άλλο στρατόπεδο, τα πράγματα δεν ήταν λιγότερο χειρότερα η Πεπέ είχε επιστρατεύσει τουλάχιστον εκατό μετανάστες εφοδιασμένους με πάνινα τεράστια σακούλια κοπριά και τους είχε άψογα προειδοποιήσει:
― «Εξολοθρεύστε τον Αρχισυντάκτη με κοπριά! Εγώ θα δώσω το σύνθημα! Προσέχτε να είστε δυναμικοί και γρήγοροι μην τον αφήσετε να κατέβει σκαλί να με παραλάβει και βρεθώ παντρεμένη στα καλά καθούμενα!»
Συννενοήθηκε και με τον... αγωγιάτη
― «Θα τραβάς τον γάιδαρο για ένα τόσοδα καυγαδάκι...»
― «Όχι» είπε ο άνθρωπος του Θεού και μοναχά τον γάιδαρό του παρεχώρησε για μπελάδες.
Το δύσκολο έργο θα ανελάμβανε ο Πιοπό Όλι που οι μοίρες τον καταράστηκαν να’χει για αδελφή του την Πεπέ οι χειρότεροι εφιάλτες είναι αυτοί που αγαπάμε δεν υπάρχει αμφιβολία.
― «Πιοπό είσαι ή δεν είσαι προνομιούχος επειδή και μόνον είσαι αδελφός μου;! Ποιανού άλλου ανθρώπου έτυχε τέτοιο δοξαστικό δώρο;! Ε, λοιπόν ήλθε η ιερά ώρα να αποδείξεις πως ήσουν άξιος για μια τέτοια θεϊκή προσφορά και να κερδίσεις μερτικό στην ιστορία των Αθανάτων ως ορδινάτσα της υπερδιάνοιας Πεπέ Όλι!»
Η φρίκη του Πιοπό δεν ήταν ικανή να τον προφυλάξει να μην μπλέξει... τίποτα δεν κατόρθωσε με τις ενστάσεις του παρά μόνον να ξεριζώσει τα γένια του τραβώντας τα απελπιστικά
― «Πότε θα μεγαλώσεις βρε Πεπέ; πότε θα σοβαρευτείς;...»
― «Δεν προλαβαίνω αυτόν τον καιρό να μελετήσω τις προτάσεις σου Πιοπό... Λοιπόν, είμαστε σύμφωνοι; θα τραβήξεις τον γάιδαρο;»
― «Θα τον τραβήξω ο καταραμένος! Θα τον τραβήξω!» και με αυτήν την πράξη αυτοθυσίας μπήκε πιά στο Πάνθεον των Μεγάλων Ανδρών εύγε του!
Καβαλαρία πάνω σε κουρασμένο γηραιό γάϊδαρο κατέφθασε η Πεπέ τύφλα να’χει ο Βουκεφάλας του Μεγαλέξανδρου τέτοια δυσανάλογα γκαρίσματα έκανε ο καφεγκρίζος τετράποδος σύμμαχος της Πεπέ, ώστε οι περισσότεροι καλεσμένοι τού Άυλου λάκισαν έντρομοι.
― «Τώραάάάά!» έδωσε το αβυσσαλέο σύνθημα ρυζομάχης ο σμοκινοφορεμένος Αρχισυντάκτης Άυλος.
― «Αλύπητα!!!» έδωσε το σύνθημα του κοπροπυροβολισμού η Πεπέ Όλι, περίπου ορθή πάνω στο γάιδαρο και με το νυφικό της συγκεντρωμένο κουβαριαστά στον ώμο.
Τα συνθήματα εξακολουθούσαν ακόμα κι όταν οι ένστολοι κατέφθασαν να επιβάλουν την τάξη -λέμε...
― «Τώραά!» ούρλιαζε ο Άυλος.
― «Αλύπητα!» ξελαρυγγιαζόταν η Πεπέ.
Ρύζια κιλά για να ριζώσει ο γάμος και με το τόσο λίπασμα - φρέσκια κοπριά -  να καρποφορήσει εις τους αιώνας των αιώνων αμήν!
Μια ολόκληρη κλούβα χρειάστηκε για να συμμαζέψει μετανάστες και χλιδάτους και το τοπίο ξεκαθάρισε· οι δυό τους απέναντι ο ένας στον άλλον μια χούφτα κοπριά η Πεπέ, ένα σακούλι ρύζι γλασέ ο Αρχισυντάκτης κοιτάχτηκαν με μάτια χειροβομβίδες:
― «Τώραάά» είπε ο Άυλος.
― «Αλύπητα!» είπε η Πεπέ.
Το σακούλι ρύζι κι η χούφτα κοπριά συναντήθηκαν στο ενδιάμεσο της εκτόξευσης κι ενώθηκαν σαν ένα φιλί ... κανονικού γάμου.
Η Πεπέ νιώθοντας κάπως, τσίγκλισε στα πλευρά τον γάιδαρο, που όλως διόλου νυσταλέος δεν κουνούσε ρούπι απ’τα τραβήγματα του Πιοπό, ο οποίος και πολύ αργά θυμήθηκε να μετανοήσει για την αυτοθυσία του, βλασφημώντας τραχειά την κεχαριτωμένη γενεά των Όλι.
Μ’ένα γκάρισμα αγανακτήσεως, υποθέτουμε του γαϊδάρου, η Πεπέ χάθηκε στην στροφή του δρόμου..., πίσω της ο Αρχισυντάκτης Άυλος, τραντάζοντας το όνειρο που θα έληγε αμέσως τώρα, γελούσε... γελούσε... γελούσε... Γελούσε κάπως....

Με μια χούφτα ηλιόσπορο και φτύνοντας τα φλούδια δεξιά κι αριστερά, μπήκε με την καθιερωμένη της πλέον καθυστέρηση στο γραφείο της...
― «Πεπέ! Την επόμενη φορά που θα σε πάρει ο ύπνος θα σου κοινοποιήσω την απόλυσή σου! Ρεμάλι, ε, ρεμάλι!» ο Αρχισυντάκτης Άυλος ούρλιαζε....
Η Πεπέ, με κλωτσιά ως συνήθιζε, έκλεισε αδιάφορα πίσω της την πόρτα αναπήδησε το μισοσβησμένο ταμπελάκι:

                      Εφημερίς: «Τελευταία Βοήθεια»
                      εγκληματολογική συντάκτις: Πεπέ Όλι
                             προσωπικές επικοινωνίες αποκλείονται.


                                      Κατερίνα Ν. Θεοφίλη


Η ΠΕΠΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ ΑΥΛΟ
Διευκρινήσεις:

- Πόε, Πούσκιν, Γκαρσίν,  Νίτσε, Γκόγκολ, Φρόυντ = Συγγραφείς, των οποίων είχα την εκδοτική επιμέλεια περίπου όλων των έργων τους.
- «Ο γέρο Δήμος πέθανε...», «Σήμερα γάμος γίνεται αετού με περιστέρα» = Δημώδη άσματα
- «Η όμορφη η βράκα που κάνει τρίκι τράκα» = Δημώδες άσμα· ερμηνεύει η Άννα Καραμπεσίνη.
- Χάυντ = Κεντρικός ήρωας στο υπέροχο  λογοτεχνικό έργο: «Δόκτωρ Τζέκυλ - Μίστερ Χάυντ», του Ρόμπερτ Στήβενσον.
- Δον Κιχώτης = Κεντρικός ήρωας του Μικαέλ Θερβάντες.  Ο Δον Κιχώτης Αλφόνσο Κενάδα  ερωτεύεται την αγελαδάρισσα Δουλτσινέα και την φαντάζεται δούκισσα.                     
- «Τα βατράχια» = Άσμα σε ερμηνεία τού Χρηστάκη. Αγνοώ συνθέτη και στιχουργό
- «Γαϊτανοφρυδούσα» και «Σύρτε και φέρτε τον Παπά να πω τα κρίματά μου» = Ρεμπετοειδή άσματα της υψίστου αρεσκείας μου. Το πρώτο είναι σίγουρα του Βαμβακάρη.
- «Ο κύκλος με την κιμωλία» = Θεατρικό του Μπρεχτ∙ κακή απομίμηση του μύθου του Σολωμόντα. Απ’ τα καλλίτερα θεατρικά του το : «Ο ζητιάνος ή το ψόφιο σκυλί» που δεν παίχτηκε ποτέ σε θεατρική σκηνή.
- Ζεράρ Ντεπαρτιέ, Σοφία Λορέν, Λούις Ντε Φινές = Εξαίρετοι ηθοποιοί.
- Διανοητές του Κέιμπριτζ = Κιμ Φίλμπι, Άντονι Μπλαντ, Γκάι Μπέρτζες, Μακλέιν, Τζον Κέρνκρος· αντικαπιταλιστική κι αντιφασιστική πεντάδα σπουδαστών του Κέιμπριτζ που εξελίχθηκαν σε μυστικοί πράκτορες της Κα Γκε Μπε έχοντας για σύνδεσμο τον Ρώσσο πράκτορα Ανατόλι Γκόρσκι.